Το νέο μας blog είναι http://havdata.blogspot.com/ ****** [επιλογές από την ειδησεογραφία του διαδικτύου, σχόλια, νέα τοπικού ενδιαφέροντος, ¨κι¨ ό,τι άλλο τύχει]. [A selection of news, comments, and topics of interest]. [ Ελα να ζήσεις την ζωή σου έξω κάμποσες δεκαετίες νεοέλληνα για να καταλάβεις την προνομιακή της Ελλάδας ύπαρξη, στον χώρο στον χρόνο στο κλίμα στη θάλασσα στο αρχιπέλαγος και στην ζωή]. λορνιόν

Sunday, July 31, 2016

tovima.gr - Ο τρόμος διχάζει τη Γερμανία

tovima.gr - Ο τρόμος διχάζει τη Γερμανία: Αν η Ανγκελα Μέρκελ ονειρεύεται στον ύπνο της, δεν είναι γνωστό. Η ίδια δεν μιλά ποτέ δημόσια για αυτό.



Αν η Ανγκελα Μέρκελ ονειρεύεται στον ύπνο της, δεν είναι γνωστό. Η ίδια δεν μιλά ποτέ δημόσια για αυτό. Εκείνο που έζησε, όμως, στον ξύπνιο της την προπερασμένη εβδομάδα (17-24 Ιουλίου) ξεπερνούσε και τον χειρότερο εφιάλτη: τρεις απανωτές τρομοκρατικές επιθέσεις (στο Βίρτσμπουργκ, στο Μόναχο και στο Ανσμπαχ) που έφεραν τα πάνω κάτω για την ίδια και για τη Γερμανία. Με πιο δυσάρεστη και δυσοίωνη εκείνη στο Ανσμπαχ, ο δράστης της οποίας ήταν προφανώς ισλαμιστής.

«Αυτό το καλοκαίρι θα μπορούσε να βλάψει τη Μέρκελ» έσπευσε να προβλέψει η «Süddeutsche Zeitung». Και αυτό επειδή οι παραπάνω επιθέσεις έκαναν την «ιστορική» φράση της «Wir schaffen es!», «Θα τα καταφέρουμε!» (με τους πρόσφυγες στη Γερμανία), να φαντάζει σαν αέρας κοπανιστός. Μετά τη Γαλλία, ο ισλαμισμός είχε πατήσει πόδι και στη Γερμανία. Ο τρόμος διχάζει τη χώρα. Τα μέχρι πρότινος μέτρα προληπτικής άμυνας αποδείχθηκαν ανεπαρκή. Η αίγλη της κυρίας Μέρκελ ως διαχειρίστριας μιας επιτυχημένης προσφυγικής πολιτικής με ευρωπαϊκό πρόσημο κινδύνευε έτσι να σκάσει σαν σαπουνόφουσκα.

Τα δηλητηριώδη βέλη
Τα πιο δηλητηριώδη βέλη, όμως, ήταν τα εξ οικείων, κατ' αρχάς από τη Χριστιανοκοινωνική Ενωση CSU, το αδελφό κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών στη Βαυαρία. «Δεν είχα ποτέ την αυταπάτη ότι οι πρόσφυγες άφησαν τα τραύματα και τις συγκρούσεις τους στις χώρες καταγωγής τους» σχολίασε, για παράδειγμα, ο ομοσπονδιακός βουλευτής του κόμματοςΦλόριαν Χαν.

Η επίθεση στο Ανσμπαχ έδειξε «ότι δεν μπορούμε να αντέχουμε κάθε χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες ξένους». Ακόμη πιο πέρα πήγε ο χριστιανοδημοκράτης βουλευτής Αρμιν Σούστερ. «Στη θέση της κουλτούρας του καλωσορίσματος πρέπει να βάλουμε εκείνη του αποχαιρετισμού» είπε. Οι πρόσφυγες αποδεικνύονται ανεπίδεκτοι μαθήσεως - παρεξηγούν την ανεκτικότητα του κράτους δικαίου και προβαίνουν σε κάθε είδους ανομία, με αποκορύφωμα τις τρομοκρατικές επιθέσεις. Γι' αυτό πρέπει να εγκαταλείψουν πάραυτα τη χώρα.

Αλλά και πολλοί γερμανοί πολίτες, που ήταν μέχρι τότε φιλικοί προς τους ξένους, έδειχναν ξαφνικά ξενοφοβικοί. Η αρχική ελπίδα τους ότι οι τρομοκράτες θα «αγνοούσαν» τη χώρα τους αποδεικνυόταν φρούδα. Τώρα έβλεπαν ότι και μόνο η συμμετοχή γερμανικών αναγνωριστικών αεροπλάνων στις αεροπορικές επιδρομές των Γάλλων στη Συρία αρκούσε για να προκαλέσει τα αντίποινα των τζιχαντιστών.

«Η Γερμανία σε πλήρη σύγχυση»
 ήταν ο τίτλος τηλεοπτικής εκπομπής. Και αυτή η σύγχυση επετεινόταν όσο η καγκελάριος επέμενε στον ρόλο της Σφίγγας. Εως ότου, την περασμένη Πέμπτη, η «αμίλητη» μίλησε. Και αυτά που είπε σε συνέντευξη Τύπου στο Βερολίνο άλλαξαν αυτοστιγμεί το πολιτικό σκηνικό. Η διαβεβαίωσή της ότι επιμένει στο «Θα τα καταφέρουμε!», εμπλουτισμένο με έναν κατάλογο εννέα μέτρων για την ενίσχυση της ασφάλειας στη χώρα, χαιρετίστηκε από τα μέσα ενημέρωσης ως μνημείο συνετής πολιτικής. Φράσεις όπως «Η προσφυγική κρίση είναι απόφυση της παγκοσμιοποίησης» και το συμπέρασμα από αυτήν ότι η Γερμανία θα λύσει το Προσφυγικό με ανθρώπινο τρόπο, στη βάση των κανόνων του διεθνούς δικαίου, έβαλαν και πάλι τη «μερκελική» σφραγίδα στη συζήτηση για τους πρόσφυγες. Ο διχασμός δεν είχε παραμεριστεί, η αισιοδοξία για θετική έκβαση του προβλήματος είχε, όμως, επιστρέψει. Μόνο που η επιστροφή αυτή είναι πιθανότατα παροδική. Κι αυτό για δύο λόγους.

Καρκινοβατεί η συμφωνία
Πρώτον, έναν πολιτικό, το γεγονός ότι η καγκελάριος εναποθέτει όλες τις ελπίδες της για τη λύση του Προσφυγικού σε ένα και μόνο χαρτί: στη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ενωσης με την Τουρκία. Η συμφωνία αυτή, πέραν του ότι περιέχει κατασκευαστικά λάθη, αφού «φορτώνει» όλα τα βάρη στην Τουρκία (και κατ' επέκταση στην Ελλάδα, που κάνει τη «βρώμικη δουλειά» των απελάσεων για τους εταίρους της) και επομένως δεν μπορεί να πάει πολύ «μακριά», έπαψε ήδη κατά μεγάλο μέρος να λειτουργεί λόγω της απόπειρας πραξικοπήματος στην Τουρκία. Επιπλέον η Γερμανία, παρά τις διπλωματικές της προσπάθειες για την κατάπαυση των εχθροπραξιών στη Συρία, υποστηρίζει τους πολέμους των εταίρων της στη Μέση Ανατολή (ΗΠΑ, Γαλλία κ.λπ.) για την κατάκτηση των κοιτασμάτων πετρελαίου και αερίου - χώρια τις τεράστιες ποσότητες όπλων που πουλάει η ίδια στην περιοχή, τα οποία υποδαυλίζουν τους πολέμους και αποσταθεροποιούν παντού την ειρήνη.  

Και δεύτερον, έναν ψυχολογικό. Εκείνο που αποκάλυψαν τα αιματηρά γεγονότα στη Γερμανία είναι η ασίγαστη ανάγκη του πληθυσμού για ασφάλεια, η οποία, όταν δεν ικανοποιείται, μπορεί να εξελιχθεί σε πανικό. Η κυρία Μέρκελ αδυνατεί να εγγυηθεί τέτοια ασφάλεια: ο πανικός θα μπορούσε έτσι να ξεσπάσει πάλι ασυγκράτητος σε περίπτωση νέου τρομοκρατικού χτυπήματος - τα μέτρα προστασίας που στηρίζονται σε λάθος βάση αδυνατούν να το προλάβουν και ενδεχομένως να το εμποδίσουν.

Ο «ασύμμετρος πόλεμος»
Η κατάσταση επιδεινώνεται και από ένα άλλο γεγονός. Μέχρι πρότινος, γινόταν ακόμη λόγος για έναν «ασύμμετρο πόλεμο» μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφάλειας και άτακτων ομάδων τρομοκρατών. Η «ασυμμετρία», σύμφωνα με τον γερμανό πολιτικολόγο Χέρφριντ Μίνκλερ που είναι και ο επινοητής του όρου, διευρύνεται (για να μην πούμε «ξεχειλώνει») τώρα συνεχώς. Στις μικρές ομάδες προστίθενται πολλά άτομα που δρουν αυτόβουλα και ανεξάρτητα από τα κέντρα των τρομοκρατών. Αυτό διευρύνει και τη ζώνη μάχης, καθώς και τον αριθμό των υποψήφιων θυμάτων: στο στόχαστρο μπαίνουν δυνητικά όλοι οι πολίτες - και μαζί με αυτούς, δίπλα στο κράτος, και ο αυτοοργανωμένος σύνδεσμός τους, η κοινωνία των πολιτών. Μια αποτελεσματική άμυνα απέναντι σε τέτοιους αθέατους και απρόβλεπτους «ακροβολιστές» είναι μάλλον αδιανόητη.  



Αντέχει η καγκελάριος τέτοια συσσωρευμένη επιδείνωση; Πιστεύει σε ένα θετικό ξεπέρασμα του διχασμού; Για μια στιγμή, στη συνέντευξη της περασμένης Πέμπτης, πήρε απροσδόκητα προσωπικό ύφος. «Τα βράδια πηγαίνω καμιά φορά πολύ ευχαρίστως στο κρεβάτι για ύπνο» φανέρωσε. Αυτό τη «χαλαρώνει» όσο τίποτε άλλο. Για τα όνειρά της απέφυγε, όμως, και πάλι να μιλήσει. Ισως επειδή θα φαίνονταν παράταιρα στο φόντο του βραχνά που αντιμετωπίζει στον ξύπνιο της. Ή και για να μην προδώσει την τελευταία εναπομείνασα πηγή της αισιοδοξίας της.

Σύννεφα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις

Mε ενδιαφέρον αναμένεται αύριο στην Τουρκία ο αρχηγός του Αμερικανικού Γενικού Επιτελείου στρατηγού Τζ. Ντάνφορντ. Θα είναι ο πρώτος αξιωματούχος της Δύσης που επισκέπτεται την Τουρκία μετά την απόπειρα πραξικοπήματος.


Σε τεντωμένο σκοινί βρίσκονται οι σχέσεις Άγκυρας - Ουάσιγκτον με αφορμή την έκδοση του ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν. Αλλά το μέτωπο αντιπαράθεσης διευρύνθηκε ύστερα από τις δηλώσεις του αμερικανού στρατηγού Τζόζεφ Βότελ την Πέμπτη, ότι οι ΗΠΑ ανησυχούν για τον αντίκτυπο που θα έχει στο πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους το ότι αρκετοί από τους στρατιωτικούς με τους οποίους συνεργάζονταν, έχουν συλληφθεί ή απομακρυνθεί. Άμεση και ελάχιστα διπλωματική η αντίδραση χθες του προέδρου Ταγίπ Ερντογάν που ζήτησε από τους αμερικανούς να «μη μιλάνε», τη στιγμή που «ταΐζουν και κρατούν στη χώρα τους τον αρχιπραξικοπηματία της 15ης Ιουλίου».
Πρώτος σταθμός του Ντάνφορντ η βάση του Ιντσιρλίκ
Ακολούθησαν έντονες αντιδράσεις και από τον υπουργό ΕΕ Ομέρ Τσελίκ που χαρακτήρισε τις δηλώσεις Βότελ, «εντελώς λανθασμένες» και «ασυμβίβαστες με τις στρατηγικές, στρατιωτικές και περιφερειακές πραγματικότητες». Ο κ. Τσελίκ μάλιστα μιλώντας στο τουρκικό κανάλι ΝΤV, είπε ότι ο στρατηγός μιας χώρας που ανήκει στο ΝΑΤΟ όπως η Τουρκία «θα έπρεπε να είχε αντιδράσει κατά της απόπειρας πραξικοπήματος σε ένα συμμαχικό στρατό. Αντ΄ αυτού με τις δηλώσεις του υπήρξε υπαινιγμός υπέρ της απόπειρας πραξικοπήματος» τόνισε ο κ. Τσελίκ για να τον ακολουθήσει ο υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαούσογλου που δήλωσε καυστικά ότι «ικανοί για τον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους δεν είναι μόνο οι φυλακισμένοι στρατιωτικοί».
Πολλά λοιπόν θα έχει να συζητήσει ο στρατηγός Ντάνφορντ αύριο στην Τουρκία που θα αρχίσει την επίσκεψή του από συμμαχική βάση του Ιντσιρλίκ, της οποίας ο τούρκος διοικητής στρατηγός Μπεκίρ Βαν συνελήφθη ως κινηματίας και από όπου χρησιμοποιήθηκαν αεροσκάφη ανεφοδιασμού για τη απόπειρα πραξικοπήματος. Τούρκοι αναλυτές προβλέπουν πυκνά σύννεφα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις και μάλιστα σε μια περίοδο κρίσιμων εκλογών στις ΗΠΑ.
Αριάνα Φερεντίνου, Κων/πολη
http://www.dw.com/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%BD%CE%B5%CF%86%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CF%83%CF%87%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82/a-19438831

Η μεγάλη στροφή Τσίπρα

Αντωνης Καρακουσης, Βημα

Το νέο υπέρ ανάπτυξης πρωθυπουργικό δόγμα, ο κυοφορούμενος ευρύς ανασχηματισμός, οι αναπροσαρμογές και οι νέες συμμαχίες
Αχ, πού 'σαι νιότη, που 'δειχνες πως θα γινόμουν άλλος!
Κώστας Βάρναλης

«Με τη διαχείριση της φτώχειας, δεν υπάρχει ούτε προκοπή ούτε προοπτική. Η χώρα χρειάζεται νέα κεφάλαια, επενδύσεις σε μαζική κλίμακα και αυτές θα αναζητήσουμε από εδώ και πέρα, κυρίως στο εξωτερικό, όπου υπάρχει δεδηλωμένο ενδιαφέρον, όπως και διαθέσιμοι επενδυτικοί πόροι, ικανοί να αλλάξουν το περιβάλλον και την ατμόσφαιρα στην ελληνική οικονομία»
. Ετσι περιγράφουν ανώτερα κυβερνητικά στελέχη το «νέο δόγμα» Τσίπρα, το νέο «πολιτικό - οικονομικό σχέδιο», το οποίο, σύμφωνα με κυβερνητικές διαβεβαιώσεις, θα τεθεί σε εφαρμογή αμέσως μετά το προγραμματισμένο για τα τέλη Σεπτεμβρίου συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ.

Ουσιαστικά το περιβάλλον του Μεγάρου Μαξίμου προαναγγέλλει «γενναία στροφή», η οποία έρχεται ως αποτέλεσμα της πλήρους συνειδητοποίησης των διεθνών συσχετισμών και των εσωτερικών συνθηκών.

Απαιτείται άλμα προόδου και ανάπτυξης
Ο Πρωθυπουργός, μετά και τις πρόσφατες επαφές που είχε με ξένους ηγέτες, φαίνεται να έχει κατανοήσει ότι χωρίς ένα μεγάλο άλμα προόδου και ανάπτυξης η χώρα δεν πρόκειται να ορθοποδήσει και αργά ή γρήγορα θα βυθιστεί ξανά σε φαύλο κύκλο ύφεσης, υποανάπτυξης και γενικευμένης αστάθειας.

Οι σημερινές διαπιστώσεις του κ. Τσίπρα, όπως και τα τωρινά σχέδιά του απέχουν παρασάγγας από εκείνα της πρώτης περιόδου. Η διακυβέρνηση και οι ανάγκες της, το βάρος και η ευθύνη της χώρας, τον έχουν στην κυριολεξία μεταμορφώσει, σε σημείο που να αναθεωρεί τις ιδεολογικές και πολιτικές αφετηρίες του.

Το νέο υπόδειγμα ανάπτυξης που περιγράφει δεν έχει καμία σχέση με τις προηγούμενες υπερφίαλες αναφορές και τις ανεδαφικές επιδιώξεις περί δήθεν υπερανάπτυξης της κοινωνικής οικονομίας. Τώρα όλα αυτά αποδίδονται σωστά ως μέθοδοι διαχείρισης της φτώχειας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να μεταφέρουν κύματα ανάπτυξης που έχει ανάγκη η χώρα

Ο κ. Τσίπρας, στον βαθμό που επιβεβαιωθεί η στροφή του, φαίνεται να έχει κατανοήσει ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος πέραν της διαμόρφωσης συνθηκών οικονομικής σταθερότητας και περιβάλλοντος προσέλκυσης ξένων επενδύσεων.

Θα έλεγε κανείς ότι έχει γοητευθεί από το κινεζικό παράδειγμα και μοιάζει να έχει απορροφήσει πλήρως το μετακομμουνιστικό κινεζικό φιλελεύθερο δόγμα. Ισως να επηρεάστηκε από τις συνεχείς επαφές με κινέζους πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες, αλλά σίγουρα καθοδηγείται από τη σκληρή ελληνική πραγματικότητα, η οποία δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών.

Η ελληνική οικονομία αν δεν βρει τρόπους να κινητοποιήσει και να προσελκύσει διεθνή επενδυτικά κεφάλαια θα μαραζώσει, διαχειριζόμενη μια συνεχώς διευρυνόμενη φτώχεια, η οποία δεν της ταιριάζει και βεβαίως δεν αξίζει σε καμία ηγεσία, όσο αρνητική και απαξιωτική και αν υπήρξε στο παρελθόν για τον φιλελεύθερο καπιταλισμό.

Οπως σχολίαζε πρόσφατα διακεκριμένος επιχειρηματίας, «η στροφή του είναι νομοτελειακή και πηγάζει από την ευθύνη και τις αδήριτες ανάγκες διακυβέρνησης της πτωχευμένης χώρας».

Γνωρίζει βεβαίως ο Πρωθυπουργός ότι το ζητούμενο «άλμα προόδου» δεν μπορεί να έλθει όσο η κυβέρνησή του δεν συντονίζεται με τον συγκεκριμένο στόχο και οι περισσότεροι υπουργοί του αντί να ευνοούν τις επενδύσεις ορθώνουν συνεχώς εμπόδια.

Προς πλήρη ανασύνθεση της κυβέρνησης
Στο ερώτημα πώς θα υπερνικηθούν τα εμπόδια της προπαρασκευαζόμενης στροφής, συνεργάτες του εξηγούν ότι το θέμα θα τεθεί στο συνέδριο του κόμματος και θα ακολουθήσει αναδόμηση της κυβέρνησης, με σημαντικές αλλαγές προσώπων, ρόλων και αρμοδιοτήτων, ώστε να υπηρετηθούν με τον καλύτερο τρόπο οι νέες πολιτικές στοχεύσεις.

«Τα πράγματα θα βελτιωθούν, αυτή είναι η πεποίθησή μας» 
δηλώνουν υπογραμμίζοντας ότι«δεν θα πρόκειται για έναν απλό ανασχηματισμό, αλλά για πλήρη ανασύνθεση της κυβέρνησης», ικανή να στηρίξει τον στόχο της προσέλκυσης νέων επενδυτικών κεφαλαίων.

Προς επίρρωση των παραπάνω, πληροφορίες αναφέρουν ότι ο κ. Τσίπρας συναντάται και συνομιλεί τελευταίως με διακεκριμένα πρόσωπα της οικονομίας και της πολιτικής, που δεν έχουν οργανική ή άλλη σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Από το Μαξίμου πάντως δεν διαχέονται πληροφορίες σχετικά με τους υπουργούς που θα αντικατασταθούν. Ο Πρωθυπουργός κρατά τα χαρτιά του κλειστά, αποφεύγοντας συγκεκριμένες αναφορές σε πρόσωπα. Ούτε οι στενότεροι των συνεργατών του γνωρίζουν ποιους θα διώξει, ποιους θα μετακινήσει και σε ποιους θα αφαιρέσει ή θα προσθέσει αρμοδιότητες.

Ωστόσο εικάζεται ότι θα υπάρξουν αλλαγές σε παραγωγικά υπουργεία, ιδιαίτερα σε εκείνα που συνδέονται με τις επενδύσεις, την ενέργεια, το περιβάλλον και τις υποδομές, τις μεταφορές, τη ναυτιλία, όπου συγκεντρώνονται αρμοδιότητες σχετικές με τις ιδιωτικές επενδύσεις.

Η περίπτωση του Νίκου Παππά
Οι περισσότεροι πάντως φέρουν προς μετακίνηση τον υπουργό Επικρατείας Ν. Παππά, ο οποίος κατά μία εκδοχή έχει ζητήσει την απαλλαγή του από τις αρμοδιότητες επί των μέσων ενημέρωσης. Φαίνεται να αντιλαμβάνεται και ο ίδιος ότι φθείρεται προσωπικά και το κυριότερο γνωρίζει ότι είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσει ακόμη και στους συντρόφους του τη μετάπτωση της τηλεοπτικής αγοράς από το υποτιθέμενο καθεστώς της «διαπλοκής» σε καθεστώς «μαφίας», όπως υπαινίχθηκε ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Κ. Χρυσόγονος.

Ο κ. Παππάς είναι μια περίπτωση μόνος του βεβαίως. Διαθέτει εξουσία, αντιμετωπίζεται ως αντ' αυτού και είναι το πρόσωπο που εκπροσωπεί τον Πρωθυπουργό στις ανεπίσημες συζητήσεις με επιχειρηματίες και ομάδες συμφερόντων. Εχει δει τους πάντες, έχει τάξει σε πολλούς, αναλαμβάνει μυστικές αποστολές εντός και εκτός της χώρας, είναι πρόσωπο υπερεκτεθειμένο σε κριτική και σχόλια, και θα ήθελε όπως λένε να αναλάβει ένα παραγωγικό υπουργείο για δείξει τις ικανότητές του. Ενδεχόμενη μετακίνησή του θα σημάνει πολλά και πιθανώς θα σηματοδοτήσει την «άλλη πορεία».

Οπως και να έχει, η «στροφή» του κ. Τσίπρα για να επιτύχει θα απαιτήσει σοβαρές πολιτικές αναπροσαρμογές, αρραγές εσωτερικό μέτωπο και συμμαχίες σε όλα τα επίπεδα. Ο κ. Τσίπρας απολαμβάνει για την ώρα την ανοχή, για να μην πούμε την κάλυψη, των ξένων. Ευρωπαίοι και Αμερικανοί, για διαφορετικούς λόγους, τον στηρίζουν και δεν δείχνουν διατεθειμένοι να τον «αδειάσουν» τουλάχιστον στο ορατό μέλλον.

Θεωρούν ότι κατέστησε την Ελλάδα «συνεργάσιμη», οι τράπεζες έγιναν δικές τους, το επιχειρηματικό περιβάλλον θα κριθεί από τις δικές τους επίσης διαθέσεις, καθώς η χώρα φθήνυνε, κατέστη ελεγχόμενη και εξαγοράσιμη, και είναι δικό τους ζήτημα πια να σταθμίσουν τους όποιους κινδύνους και να αναλάβουν δράση. Στο Μαξίμου δεν αναμένουν μεγάλη πίεση το φθινόπωρο για το Εργασιακό, ούτε για τα δημόσια οικονομικά. Ισως να πιέσουν περισσότερο μέσω των «κόκκινων» δανείων για την αποβολή ενοχλητικών επιχειρηματιών ή εκείνων που θεωρούν υπεύθυνους της αναστολής των μεταρρυθμίσεων, αλλά μέχρι εκεί. Μετά μάλιστα τις δημοσιονομικές «χάρες» προς Ισπανία και Πορτογαλία δεν αναμένονται ιδιαίτερες πιέσεις στην Αθήνα.

Δυσκολίες στο εσωτερικό μέτωπο
Αν ο κ. Τσίπρας κάνει όντως το μεγάλο βήμα και ανοίξει πλήρως τη χώρα στα ξένα funds, δεν θα έχουν κανέναν λόγο να τον αμφισβητήσουν και να αναζητήσουν εναλλακτική στην αντιπολίτευση, στελέχη και ομάδες της οποίας φλερτάρουν άλλωστε μαζί του και κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους προκειμένου να αφαιρέσουν δυνάμεις από τον κ. Μητσοτάκη.

Η αλήθεια είναι ότι στο πεδίο των επίσημων πολιτικών συμμαχιών ο Πρωθυπουργός δεν έχει επιτύχει πολλά. Μόνο ο κ. Λεβέντης «ξερογλείφεται», κατά την έκφραση κυβερνητικού στελέχους, αλλά δεν γοητεύει το Μέγαρο Μαξίμου. Ο Πρωθυπουργός υπολόγιζε κυρίως στο ΠαΣοΚ και στην κυρία Γεννηματά. Ηθελε μαζί της να «χτίσει» πολιτική σχέση-διαβατήριο για τη μεταπήδησή του στον χώρο της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, αλλά δεν τα κατάφερε. Συνεργάτες του Πρωθυπουργού λένε ότι η κυρία Γεννηματά δεν μπορεί να αρνηθεί τον κ. Βενιζέλο, ούτε καν τον κ. Λοβέρδο. Γι' αυτό και δεν αναμένουν κάτι, αν και όπως λένε μπορούν να περιμένουν.

Οπως και να έχει, ο κ. Τσίπρας ετοιμάζεται για τη μεγάλη στροφή του φθινοπώρου, με την ελπίδα ότι το 2017 θα μπορέσει να επιτύχει το άλμα της ανάπτυξης και να αντιστρέψει έτσι το κύμα φθοράς που τον καταδιώκει. «Αν δεν τα καταφέρουμε, καήκαμε» λένε χαρακτηριστικά συνεργάτες του, δηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι έχουν πλήρη επίγνωση των διαθέσεων που επικρατούν στην ελληνική κοινωνία.

γιατί απέτυχε το πρωτο μνημόνιο.

Υπεραισιόδοξες ήταν οι προβλέψεις του Ταμείου για την Ελλάδα, υποστηρίζει ο Σίντζι Τακάγκι, επικεφαλής της ομάδας που συνέταξε την έκθεση του Independent Evaluation Office για τα πεπραγμένα του ΔΝΤ στην Ελλάδα (2010-2012), στην Πορτογαλία και στην Ιρλανδία.
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Τους πολιτικούς λόγους που υπονόμευσαν το πρώτο ελληνικό πρόγραμμα διάσωσης αναδεικνύει σε αποκλειστική συνέντευξή του στην «Κ» ο Σίντζι Τακάγκι, επικεφαλής της ομάδας που συνέταξε την πολύκροτη έκθεση του Independent Evaluation Office (ΙΕΟ) για τα πεπραγμένα του ΔΝΤ στην Ελλάδα (2010-2012), στην Πορτογαλία και στην Ιρλανδία. Η Ελλάδα, σημειώνει ο κ. Τακάγκι, ξεχωρίζει από άλλα προγράμματα έκτακτης πρόσβασης (exceptional access) του Ταμείου – προγράμματα όπου τα δάνεια είναι μεγαλύτερα, με πιο ακραίο το ελληνικό παράδειγμα, από αυτά που αναλογούν στις χώρες βάσει των ποσοστώσεων που ισχύουν υπό φυσιολογικές συνθήκες. Δεν είναι μόνο ότι στην Ιρλανδία και στην Πορτογαλία υπήρξε «ισχυρή οικειοποίηση» (ownership) των προγραμμάτων.
Η ειδική ελληνική περίπτωση συνίσταται επίσης στην καθυστέρηση με την οποία αναπροσαρμόστηκαν οι αρχικές, υπεραισιόδοξες προβλέψεις για την ανάπτυξη. «Το IEO, σε άλλες μελέτες, έχει δείξει ότι οι προβλέψεις τείνουν συχνά να είναι υπεραισιόδοξες σε προγράμματα έκτακτης πρόσβασης», εξηγεί ο αξιωματούχος του γραφείου αξιολόγησης του Ταμείου. «Στην Ελλάδα, όμως, πέρασε πολύς χρόνος για να διορθωθεί αυτή η αισιοδοξία. Οι αρχικές προβλέψεις αναπροσαρμόστηκαν σημαντικά προς τα κάτω μόνο κατά την πέμπτη αξιολόγηση, αφού είχε υπάρξει συμφωνία για το PSI και οι χώρες της Ευρωζώνης είχαν δεχθεί να τροποποιηθούν προς το ευνοϊκότερο οι όροι χρηματοδότησης της χώρας». Η καθυστέρηση αυτή δεν ήταν προϊόν πολιτικής πίεσης; «Οχι απευθείας», απαντά προσεκτικά ο κ. Τακάγκι. Η εξήγηση που δίνει, ωστόσο, επιβεβαιώνει ότι οι πολιτικές επιταγές υπό τις οποίες λειτουργούσαν οι ευρωπαϊκές χώρες συνέβαλαν στη συντήρηση μιας μαγικής εικόνας για τις προοπτικές της Ελλάδας, για πολύ καιρό αφού είχε γίνει σαφές ότι η εικόνα αυτή δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα.
«Ας υποθέσουμε ότι το ΔΝΤ είχε αναπροσαρμόσει τις προβλέψεις του νωρίτερα, πριν από το PSI και την αλλαγή στο κόστος του επίσημου δανεισμού. Τότε δεν θα έβγαιναν οι αριθμοί – το πρόγραμμα θα είχε πρόβλημα υποχρηματοδότησης». Το συμπέρασμα που εξάγει από αυτό ο αξιωματούχος του IEO είναι ότι η αναπροσαρμογή αυτή «δεν ήταν τεχνικά εφικτή». Η ορθή ερμηνεία, όμως, μάλλον είναι ότι η σωστή τεχνική ανάλυση ήταν, στη φάση εκείνη, πέρα από τα όρια του πολιτικά εφικτού. «Δεν ξέρω αν “πολιτική πίεση” είναι η σωστή διατύπωση», καταλήγει επί του ζητήματος αυτού ο κ. Τακάγκι. «Η έκθεση αναφέρει ότι “μία αυξανόμενα αδιέξοδη στρατηγική συντηρήθηκε για υπερβολικά πολύ καιρό”. Θα έλεγα ότι χρειάστηκε υπερβολικά πολύς χρόνος για να ληφθούν οι απαραίτητες αποφάσεις».
Χρέος και συστημική εξαίρεση
Η έκθεση του IEO αφιερώνει ειδική ενότητα στην αποτίμηση των δύο «αποφάσεων-κλειδιών», όπως τις χαρακτηρίζει, που ελήφθησαν στην τελική ευθεία της διαμόρφωσης του πρώτου ελληνικού προγράμματος διάσωσης: τη συμμετοχή στο πρόγραμμα χωρίς αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους και την αλλαγή του κανονισμού του ΔΝΤ για την έκτακτη πρόσβαση (exceptional access).
Η αλλαγή αυτή, με την εισαγωγή της ρήτρας συστημικής εξαίρεσης (που καταργήθηκε τον περασμένο Ιανουάριο), επέτρεπε τον δανεισμό σε μία χώρα, της οποίας η βιωσιμότητα του χρέους δεν ήταν εγγυημένη με υψηλό βαθμό βεβαιότητας, υπό τον όρο ότι ο μη δανεισμός της θα είχε ευρύτερες συστημικές συνέπειες.
Στο θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους, η έκθεση σημειώνει ότι υπήρχαν τρεις σχολές σκέψης εντός του Ταμείου (παρουσιάζονται πιο αναλυτικά στο πλαίσιο). «Εσωτερικά έγγραφα δείχνουν ότι έγιναν σοβαρές αναλύσεις προς υποστήριξη καθεμιάς εξ αυτών των θέσεων», σημειώνει ο κ. Τακάγκι. «Εγιναν ζωηρές εσωτερικές συζητήσεις στις οποίες ακούστηκαν όλες οι οπτικές. Ο γενικός διευθυντής τελικά αποφάσισε να αποδεχθεί μία από αυτές τις απόψεις, που συνέπιπτε με αυτήν των κύριων μετόχων του ΔΝΤ. Στοιχημάτισε στην πιθανότητα αποκατάστασης της μακροοικονομικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην Ελλάδα μέσω επίσημης χρηματοδότησης, δημοσιονομικής προσαρμογής και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων».
Το πρόγραμμα «δεν περιλάμβανε ένα πειστικό μονοπάτι προς την ανάκτηση της βιωσιμότητας του χρέους», σημειώνει ο κ. Τακάγκι, επαναλαμβάνοντας ένα από τα βασικά ευρήματα της έκθεσης του IEO.
Η έκθεση του Ταμείου για το ελληνικό πρόγραμμα «αναγνώριζε ευθέως ότι υπήρχαν σημαντικοί κίνδυνοι και ότι το περιθώριο αντίδρασης σε αρνητικά σοκ ήταν περιορισμένο». Οπως προσθέτει, οι καλές επιδόσεις, τόσο στα δημοσιονομικά όσο και στα διαρθρωτικά της κυβέρνησης Παπανδρέου στους πρώτους μήνες του προγράμματος «ενίσχυσαν τη θέση όσων πίστευαν ότι θα μπορούσε να αποφευχθεί η αναδιάρθρωση του χρέους».
Η αλλαγή του κανονισμού
Σχετικά με την αλλαγή του κανονισμού, ο κ. Τακάγκι αναφέρει: «Σε παλαιότερη έκθεση του IEO που αφορούσε θέματα διακυβέρνησης του Ταμείου εξηγείται με μεγάλη λεπτομέρεια πώς σε περιπτώσεις συστημικών κρίσεων “η διαδικασία λήψης των αποφάσεων μεταφέρεται από το διοικητικό συμβούλιο σε μία μικρότερη ομάδα διαμορφωτών πολιτικής” ώστε να διευκολυνθούν οι διαπραγματεύσεις».
Η νέα έκθεση, συνεχίζει, «αναφέρει ότι η αδυναμία του διοικητικού συμβουλίου να ασκήσει τα εποπτικά του καθήκοντα έχει αποτελέσει επαναλαμβανόμενο ζήτημα στη διακυβέρνηση του ΔΝΤ και δεν ήταν χαρακτηριστικά αποκλειστικά των προγραμμάτων για τις χώρες της Ευρωζώνης».
Ωστόσο, «αυτό που είναι μοναδικό στην περίπτωση των χωρών της Ευρωζώνης είναι ότι επρόκειτο για έκτακτη πρόσβαση. Το πλαίσιο για την έκτακτη πρόσβαση, που διαμορφώθηκε το 2002, εισήγαγε ορισμένους κανόνες. Η τροποποίηση αυτών των κανόνων απαιτούσε την έγκριση του συμβουλίου. Σε προγράμματα μη έκτακτης πρόσβασης, το συμβούλιο θα παρακαμπτόταν κατά τον συνηθισμένο τρόπο. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το συμβούλιο, που και πάλι είχε παρακαμφθεί, έπρεπε να εγκρίνει την αλλαγή του κανονισμού. Οπότε επινόησαν έναν δημιουργικό τρόπο να επιτευχθεί αυτό».
Η απουσία του διοικητικού συμβουλίου από τη διαδικασία, εξηγεί ο βασικός συντάκτης της έκθεσης του IEO, ήταν «ιδιαίτερα προβληματική στην περίπτωση των χωρών της Ευρωζώνης γιατί δημιούργησε την εικόνα ότι το ΔΝΤ παρείχε ευνοϊκή μεταχείριση στην Ευρωζώνη. Αν το συμβούλιο είχε πλήρη συμμετοχή στις αποφάσεις σχετικά με την Ευρωζώνη, αυτή η αντίληψη δεν θα είχε εδραιωθεί».
Γιατί δεν έκρουσαν καμπανάκι
Ενα από τα σημεία στα οποία η έκθεση εστιάζει την κριτική της αφορά τη στάση του Ταμείου απέναντι στις χώρες της Ευρωζώνης πριν ξεσπάσει η ελληνική κρίση. Οπως αναφέρεται, οι αξιωματούχοι του ΔΝΤ ήταν και αυτοί δέσμιοι, πριν από το 2009, της νοοτροπίας που οι συντάκτες συνοψίζουν με τη φράση «η Ευρώπη είναι διαφορετική». Η κεντρική ιδέα που εκφραζόταν από τη νοοτροπία αυτή ήταν ότι οι χώρες της Ευρωζώνης, λόγω της δομής της και των δεσμεύσεων που είχαν αναλάβει, ήταν θωρακισμένες από τον κίνδυνο της «ξαφνικής ανακοπής» (sudden stop) των κεφαλαιακών ροών, άρα τα διευρυνόμενα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών σε χώρες, όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία, δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία. Γιατί θεωρεί ότι οι αξιωματούχοι του Ταμείου υιοθέτησαν αυτήν την –τραγικά λανθασμένη, όπως αποδείχθηκε– ερμηνεία των οικονομικών δεδομένων της Ευρωζώνης;
«Κατ’ αρχάς, να σημειώσω ότι αυτή η ερμηνεία ήταν ευρέως διαδεδομένη και δεν περιοριζόταν μόνο στο ΔΝΤ», απαντά ο Τακάγκι. «Για το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, υπήρχε μεγάλος εφησυχασμός στις τάξεις όσων ασχολούνταν με τη διαμόρφωση οικονομικής πολιτικής, στο πλαίσιο της Μεγάλης Εξομάλυνσης (Great Moderation)». Οι συνέπειες αυτού του εφησυχασμού πολλαπλασιάζονταν εξαιτίας «της άποψης ορισμένων αξιωματούχων του ΔΝΤ ότι οι αρχές στην Ευρωζώνη βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της αντιμετώπισης των ζητημάτων που το Ταμείο είχε εντοπίσει».
Σε ερώτηση της «Κ» για την αδυναμία της ομάδας του, η οποία μνημονεύεται στην έκθεση, να εντοπίσει ορισμένα κρίσιμα έγγραφα, ο κ. Τακάγκι απαντά: «Το προσωπικό του ΔΝΤ συνεργάστηκε παρέχοντας μεγάλο όγκο εσωτερικών εγγράφων, αλλά μάθαμε ότι μεγάλος αριθμός εγγράφων είχε συνταχθεί εκτός των τακτικών, επίσημων καναλιών. Κάποια από αυτά βρίσκονται στο προσωπικό αρχείο αξιωματούχων. Κάποια έγγραφα δεν μπορούσαν να εντοπιστούν ούτε με τη γενναιόδωρη βοήθεια των στελεχών του Ταμείου».
Τρεις διαφορετικές σχολές σκέψης για την αναδιάρθρωση του χρέους
Η έκθεση του IEO ρίχνει νέο φως στην εσωτερική συζήτηση στο ΔΝΤ που οδήγησε στην απόφαση της συγκατάθεσης στην ευρωπαϊκή «κόκκινη» γραμμή σχετικά με τη μη αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Οπως σημειώνει, μία ομάδα εντός του Ταμείου «ισχυριζόταν ότι, με σθεναρή δράση, η Ελλάδα θα μπορούσε να διαχειριστεί την κρίση χωρίς αναδιάρθρωση χρέους. Μία άλλη ομάδα πίστευε ότι το ελληνικό χρέος δεν ήταν βιώσιμο με υψηλό βαθμό βεβαιότητας, ότι η αναδιάρθρωση του χρέους ήταν εφικτή και ότι η όποια μετάδοση θα ήταν διαχειρίσιμη αν η αναδιάρθρωση εκτελούνταν με τον κατάλληλο τρόπο. Μία τρίτη ομάδα συμφωνούσε ότι το χρέος δεν ήταν βιώσιμο με υψηλό βαθμό βεβαιότητας αλλά θεωρούσε ότι η αναδιάρθρωση του χρέους σε εκείνη τη συγκυρία ήταν είτε μη εφικτή, δεδομένων των χρονικών περιορισμών, ή υπερβολικά ριψοκίνδυνη, δεδομένης της απουσίας ευρωπαϊκών μηχανισμών προστασίας [firewalls]».
Υπενθυμίζεται ότι ο πιο σφοδρός πολέμιος της ιδέας της αναδιάρθρωσης τότε ήταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η έκθεση του IEO αναδεικνύει το παράδοξο, η κεντρική τράπεζα των χωρών υπό καθεστώς προγράμματος να βρίσκεται στην ίδια πλευρά του τραπεζιού των διαπραγματεύσεων με το Ταμείο. Σε άλλες περιπτώσεις, σημειώνεται, ακόμα και με χώρες που ανήκαν σε νομισματικές ενώσεις, η κεντρική τράπεζα βρισκόταν στην άλλη πλευρά, και υπόκειτο στην αιρεσιμότητα που έθετε το Ταμείο. Οι συντάκτες της έκθεσης ασκούν κριτική για το γεγονός ότι δεν προετοιμάστηκαν αναλυτικές μελέτες για τον κίνδυνο μετάδοσης, ώστε η απόφαση σχετικά με το ελληνικό χρέος να είναι καλά θεμελιωμένη. Επιπλέον, επικρίνουν τον αδιαφανή τρόπο με τον οποίο έγινε η αλλαγή του κανονισμού, με το διοικητικό συμβούλιο να ενημερώνεται τελευταία στιγμή:
«Ενώ αρκετά μέλη του συμβουλίου είχαν προσέξει τις δύο προτάσεις που είχαν χωθεί στο κείμενο για τη συνολική συμμόρφωση της Ελλάδας στα κριτήρια για την έκτακτη πρόσβαση, ελάχιστοι είχαν κατανοήσει τις συνέπειες της διατύπωσης έως ότου ένας έθεσε το θέμα στη συνεδρίαση [σ.σ.: της 9ης Μαΐου, όπου εγκρίθηκε το ελληνικό πρόγραμμα]. Διαφορετικά, η απόφαση θα είχε εγκριθεί χωρίς την πλήρη γνώση του συμβουλίου».

«Αξιοπερίεργη η διαμονή Γκιουλέν στις Ην. Πολιτείες»

«Ο Ερντογάν προσπάθησε να αναστρέψει την αρνητική τάση στην οικονομία. Αλλά το πραξικόπημα επισκίασε τελείως αυτές τις θετικές πρωτοβουλίες», τονίζει ο διεθνούς φήμης Τούρκος ακαδημαϊκός Ντάνι Ρόντρικ.
Εξαιρετικά ανώμαλη» χαρακτηρίζει τη σχέση του Φετουλάχ Γκιουλέν με τις Ηνωμένες Πολιτείες ο Τούρκος οικονομολόγος και καθηγητής στο John Kennedy School of Government του Harvard, Ντάνι Ρόντρικ. «Πρόκειται για κάποιον του οποίου οι οπαδοί προκάλεσαν ανείπωτη ζημιά στις ένοπλες δυνάμεις ενός ΝΑΤΟϊκού συμμάχου των ΗΠΑ. Κι ο άνθρωπος αυτός απολαμβάνει την προστασία της αμερικανικής κυβέρνησης».
Η ματιά του Ρόντρικ στις εξελίξεις είναι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Δεν πρόκειται απλά για έναν διεθνούς φήμης Τούρκο ακαδημαϊκό. Είναι επίσης σύζυγος της –επίσης καθηγήτριας του Harvard– Πινάρ Ντογάν, η οποία είναι κόρη του στρατηγού εν αποστρατεία Τσετίν Ντογάν. Ο Ντογάν ήταν από τους βασικούς κατηγορούμενους της πολύκροτης δίκης για την υπόθεση «Βαριοπούλα» (Sledgehammer). Πριν από την τελική αθώωσή του το 2015, είχε δικαστεί και καταδικαστεί ως κύριος εμπνευστής σχεδίου πραξικοπήματος κατά της κυβέρνησης Ερντογάν.
Ο Ρόντρικ και η γυναίκα του απέκτησαν για τέσσερα χρόνια την ιδιότητα των ιδιωτικών ντετέκτιβ, αποκαλύπτοντας την εκτεταμένη σκευωρία κατά των 365 στρατιωτικών που ενεπλάκησαν στην υπόθεση, υπό την επιχειρησιακή διαχείριση του κινήματος Γκιουλέν και με την πλήρη στήριξη, για αρκετά χρόνια, του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Δύο πτυχές
«Υπάρχει η νομική και η πολιτική πτυχή του ζητήματος της έκδοσης» του Γκιουλέν, σημειώνει ο Ρόντρικ. «Νομικά, πιστεύω ότι υπάρχει σοβαρή αιτία για την έκδοση, καθώς είναι πολύ πιθανό ο Φετουλάχ Γκιουλέν να εμπλέκεται άμεσα στην απόπειρα πραξικοπήματος – αρκεί φυσικά η τουρκική κυβέρνηση να μπορεί να παρουσιάσει ένα φάκελο με πειστικά στοιχεία. Σε πολιτικό επίπεδο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δικαιολογείται απολύτως να ανησυχεί για θέματα δίκαιης δίκης –ιδιαίτερα για κάποιον σαν τον Γκιουλέν– στις συνθήκες που επικρατούν σήμερα».
Το μεγαλύτερο όμως ζήτημα, για τον Ρόντρικ, αφορά την εμπλοκή του Γκιουλέν και του κινήματός του στη «συνωμοσία κατά των στρατηγών», όπως την έχει χαρακτηρίσει σε παλαιότερο κείμενό του για τις υποθέσεις «Βαριοπούλα» και «Εργκένεκον». «Ακόμα και αγνοώντας το ίδιο το πραξικόπημα, η εμπλοκή του κινήματος στις υποθέσεις αυτές, με την ευρύτατη χρήση χαλκευμένων στοιχείων, προκάλεσε τεράστια ζημιά στον στρατό και καθιστά τη διαμονή του Γκιουλέν στις ΗΠΑ αξιοπερίεργη», λέει στην «Κ».
Πρώην σύμμαχοι
Η συμμαχία Ερντογάν - Γκιουλέν, σύμφωνα με τον Ρόντρικ, παρέμενε ισχυρή όσο αντιμάχονταν τον κοινό εχθρό: το κοσμικό βαθύ κράτος, ιδιαίτερα στις τάξεις των ενόπλων δυνάμεων. Ωστόσο, όπως ισχυρίζεται, η σύγκρουση μεταξύ τους είχε ήδη ξεκινήσει πριν από τις έρευνες για διαφθορά στο στενό περιβάλλον του Τούρκου προέδρου (πρωθυπουργού τότε), από εισαγγελείς που πρόσκειντο σε κίνημα του αυτοεξόριστου ιεροκήρυκα, στα τέλη του 2013.
«Στα ύστερα στάδια των δικών των στρατιωτικών, ο Ερντογάν συνειδητοποίησε πλήρως το εύρος της επιρροής του κινήματος στο δικαστικό σώμα και στην αστυνομία», σημειώνει. «Κινήθηκε λοιπόν εναντίον τους παρασκηνιακά, με ζωτικό πεδίο τον έλεγχο της υπηρεσίας πληροφοριών. Ο διευθυντής της ΜΙΤ τότε, ο Χακάν Φιντάν, ήταν έμπιστος συνεργάτης του Ερντογάν. Οπαδοί του Γκιουλέν είχαν προσπαθήσει να πλήξουν την υπόληψή του κατηγορώντας τον –ανεπιτυχώς– ότι είχε διασυνδέσεις με το PKK. Μετά την υπόγεια αυτή αντιπαράθεση, ξέσπασε ανοιχτός πόλεμος».
Το γνώριζαν
Η εκδοχή ότι το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου ήταν έργο του παλαιού κεμαλικού κατεστημένου δεν τον πείθει καθόλου. «Οι ένοπλες δυνάμεις τα τελευταία δέκα χρόνια είναι σε μία συνεχή διαδικασία αναδιάρθρωσης και επαναπροσανατολισμού. Υπήρχαν πολλές στιγμές στην περίοδο αυτή όπου θα μπορούσαν οι παλιοί κεμαλιστές να είχαν αντιδράσει. Δεν βγάζει νόημα η θεωρία ότι κινήθηκαν τώρα. Ο Ερντογάν είχε πάρει αποστάσεις από τις δίκες, είχε μιλήσει και αυτός για συνωμοσία κατά του στρατού, τελευταίως είχε συμφιλιωθεί με τη Ρωσία και το Ισραήλ, είχε ξεκινήσει να εγκαταλείπει τις τυχοδιωκτικές του επιχειρήσεις στη Συρία, ενώ είχε ανάγκη τον στρατό στη μάχη κατά των Κούρδων». Αντιθέτως, τονίζει, «οι οπαδοί του Γκιουλέν εντός των ενόπλων δυνάμεων γνώριζαν ότι επίκειτο κίνηση εναντίον τους από την κυβέρνηση».
Στον τομέα ειδικότητάς του, την οικονομία, πώς βλέπει τις προοπτικές της χώρας του; «Πολύ αρνητικές. Ενας σημαντικός λόγος για τη στροφή του Ερντογάν στην εξωτερική πολιτική ήταν ότι η πολιτική έντασης με τις γειτονικές χώρες είχε οδηγήσει σε μεγάλη επιβράδυνση της εισροής κεφαλαίων, αλλά και τουριστών. Προσπάθησε λοιπόν, με τη συμφιλιωτική του προσέγγιση, να αναστρέψει την αρνητική τάση στην οικονομία.
Αλλά το πραξικόπημα επισκίασε τελείως αυτές τις θετικές πρωτοβουλίες. Τώρα, η μοναδική προτεραιότητα για τον Ερντογάν είναι να διασφαλίσει την επιβίωσή του και να εκκαθαρίσει τον κρατικό μηχανισμό από τους οπαδούς του Γκιουλέν. Αυτό θα ζημιώσει σημαντικά την οικονομία στους επόμενους μήνες».

Οι απαξιωμένοι φιλελεύθεροι
Η αντίδραση του Ερντογάν στο πραξικόπημα «αναμφίβολα βυθίζει την Τουρκία βαθύτερα στον αυταρχισμό», σημειώνει ο Ρόντρικ. Η βιαιότητα της απόπειρας κατάλυσης του πολιτεύματος, παρατηρεί, «θα οδηγούσε οποιαδήποτε Δημοκρατία στη λήψη έκτακτων, μη δημοκρατικών μέτρων».
Ωστόσο, «η Τουρκία του Ερντογάν ήδη κινούνταν σε αυταρχική κατεύθυνση πριν από το πραξικόπημα. Ενας διαφορετικός ηγέτης θα χρησιμοποιούσε την κρίση αυτή ως ευκαιρία για να προσεγγίσει την κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, συμπεριλαμβανομένων και των Κούρδων, που στήριξαν την εκλεγμένη κυβέρνηση κατά των πραξικοπηματιών. Αλλά ο Ερντογάν, στον πυρήνα του, είναι κάθε άλλο παρά φιλελεύθερος δημοκράτης και αυτό που συνέβη έχει οξύνει την παράνοιά του».
Ο Ρόντρικ δεν είναι αισιόδοξος ότι η κοινωνία των πολιτών και η φιλελεύθερη πολιτική τάξη έχουν τη θέληση και τη δύναμη να αντισταθούν στις αυξανόμενα δικτατορικές τάσεις του Τούρκου προέδρου. «Η Τουρκία έχει μία πολυπληθή μεσαία τάξη, που επιθυμεί συναίνεση και σταθερότητα. Αλλά η φιλελεύθερη ιντελιγκέντσια που την εκφράζει απαξίωσε τον εαυτό της τρομακτικά με τη στάση της τα προηγούμενα χρόνια».
Η υποστήριξη που έδωσαν τόσο στον Ερντογάν όσο και στο κίνημα Γκιουλέν στα χρόνια των υποθέσεων «Βαριοπούλα» και «Εργκένεκον», θεωρεί ο Ρόντρικ, με τη λογική ότι προείχε η καταστολή των πολιτικών βλέψεων των ενόπλων δυνάμεων, «έχει καταστήσει τους φιλελεύθερους μη αξιόπιστο παράγοντα» στην πολιτική σκηνή και την κοινωνία. «Δεν μπορούν να παίξουν θετικό ρόλο σε αυτήν τη συγκυρία».
http://www.kathimerini.gr/869533/article/proswpa/proskhnio/a3ioperiergh-h-diamonh-gkioylen-stis-hn-politeies

«Σοβαρός άνθρωπος» στην πολιτική


ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, Κ​​άποιες συζητήσεις στη Βουλή ή στις κοινοβουλευτικές επιτροπές, τηλεοπτικά μεταδιδόμενες, δίνουν την εντύπωση στον πολίτη ότι διασώζονται ακόμα στο πολιτικό προσωπικό της χώρας περιπτώσεις ανθρώπων σοβαρών. Ας συμφωνήσουμε σε κάποια στοιχειώδη κριτήρια «σοβαρότητας»: Κατορθώνουν να δίνουν στον ακροατή-θεατή τους την αίσθηση ότι είναι έντιμοι και νηφάλιοι. Οτι διαθέτουν ευφυΐα, έστω και μέσου βεληνεκούς. Δεν είναι απαίδευτοι, δηλαδή έχουν επάρκεια γλωσσικής εκφραστικής, άρα και συλλογιστικής ικανότητας (ως γνωστόν: άνθρωπος χωρίς γλώσσα είναι άνθρωπος χωρίς σκέψη, αφού με τη γλώσσα σκεφτόμαστε). Διαθέτουν την αισθητική καλλιέργεια που προϋποθέτει η ενδυματολογική καλαισθησία.
Το πρώτο ερώτημα που γεννιέται από τη θέα αυτών των εξαιρέσεων: Γιατί η όποια ανθρώπινη ποιότητα υπάρχει στα κόμματα κρατιέται στην αφάνεια, δηλαδή αποκλείεται από την τηλεόραση; Γιατί οι «εκπρόσωποι τύπου» των κομμάτων και οι κομματικοί απεσταλμένοι στις τηλεοπτικές εκπομπές είναι, κατά κανόνα, μικρονοϊκοί, μονόχνωτοι, κωμικά δογματικοί, και επιπλέον άγλωσσοι, απαίδευτοι, ακαλαίσθητοι; Δεν έχουν τα κριτήρια οι αρχηγοί και οι επιτελείς των κομμάτων (και των κυβερνήσεων) να διακρίνουν ποιος τύπος «εκπροσώπου» τούς κολακεύει και ποιος τους δυσφημεί;
Μια εξήγηση θα ήταν, ίσως, το μοντέλο ή η συνταγή για «σαρωτικές επιτυχίες» στο πεδίο του εντυπωσιασμού των μαζών, που αποτέλεσαν στη μεταπολίτευση ο Μένιος Κουτσόγιωργας και ο Βαγγέλης Γιαννόπουλος. Το κουτσαβάκικο ύφος, η αθυροστομία, η αναίδεια και θρασύτητα, το αδίστακτο ψέμα, οι έμμεσες απειλές (τσαμπουκάς), οι χυδαίοι υπαινιγμοί καταξιώθηκαν σαν «όπλα πολιτικής πάλης».
Καθιερώθηκε «κλίμα» δημόσιου λόγου – η Ν.Δ. και στο πεδίο αυτό, όπως και σε κάθε άλλο πολιτικής πρακτικής, πάσχιζε να μιμηθεί το ΠΑΣΟΚ, να μην υστερήσει σε «εκσυγχρονισμό».
Ο,τι ονομάζουμε «κλίμα» δημοσίου λόγου, κυρίαρχο πολιτικό «κλίμα», κατανοείται πληρέστερα με αναφορά σε πρόσωπα, αλλά αυτή η προσωποποίηση αφήνει κενά κατανόησης στους νεότερους. Η ελλαδική κοινωνία γνώρισε τα τελευταία σαράντα χρόνια τόσα ευτελισμένα, ανίκανα (της ντροπής) αχρεία πρόσωπα σε θώκους ηγετικούς (χωρίς να υπάρξει έστω και ίχνος συλλογικών αντανακλαστικών διαμαρτυρίας, καταισχύνης ή οργής) που η ανάμνησή τους και μόνο θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν πέδη ανάσχεσης στη διολίσθηση προς τον ιστορικό αφανισμό. Δεν υπήρξαν έγκαιρα αντανακλαστικά οργής ούτε μνήμη ανασχετική του συνεχώς χειρότερου. Το πολιτικό μας σύστημα μπήκε σε τροχιά ραγδαίας αποσύνθεσης, με τα προσχήματα δημοκρατίας να συντηρούνται ως νεκροπομπός φενάκη.
Αλλά μια τέτοια ανάγνωση της ελλαδικής πολιτικής πραγματικότητας επιτείνει τη δυσκολία να ερμηνεύσουμε το πώς γίνεται να υπάρχουν ακόμα «σοβαροί άνθρωποι» στην πολιτική σκηνή. Αγόρευε τις προάλλες για τον εκλογικό νόμο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, νέος σχετικά, με στρωτό και ευπρεπή λόγο, καλοχτισμένα επιχειρήματα και ικανότητα να δείχνει ότι το θέμα τον ενδιαφέρει ουσιαστικά, όχι για να κερδίσει εντυπώσεις.
Ομως, αυτός ο νέος (και ας τον υποθέσουμε αγνών προθέσεων) άνθρωπος ακύρωνε τη σοβαρότητά του με την κατάφωρη πολιτική του ανακολουθία και ασυνέπεια: Μιλούσε για ιδιοτέλεια κομματικών σκοπιμοτήτων στο εκλογικό νομοσχέδιο εκπροσωπώντας το κόμμα που υπήρξε ο πανουργότερος μάγειρας εκλογικών συστημάτων, προκειμένου να υποκλέψει την εξουσία.
Και αν το παρελθόν του κόμματός του το αμνηστεύει ο νεαρός βουλευτής νιώθοντας ο ίδιος φορέας του πολιτικά καινούργιου, πώς συμβιβάζει τους οραματισμούς του (και τη σοβαρότητά του) με το «προφίλ» της αρχηγού του; Διερωτήθηκε ποτέ: πού, πώς και από ποιον πρωτοδιορίστηκε σε μισθωτή εργασία η αρχηγός του; Αλλά και πέραν της αρχηγού: Ποιες αξιώσεις σοβαρότητας μπορεί να έχει ένας πολιτικός, πιθανόν ταλαντούχος και πάντως κόσμιος ως παρουσία, που επιλέγει να ενταχθεί σε κόμμα «σοσιαλιστικό», όταν στο πολύ πρόσφατο παρελθόν το κόμμα αυτό κυβέρνησε με όρους τού πιο αχαλίνωτου καπιταλισμού, μοιράζοντας με τους συγκυβερνώντες τα ρουσφέτια προκαταβολικά (4-2-1);
Οι παραδειγματικές αναφορές λειτουργούν στον δοκιμιακό λόγο της επιφυλλίδας προφανώς ως ένδειξη, όχι ως καταγγελία. Να παραθέσουμε και μια δεύτερη εικόνα: Μεσήλικα βουλευτή, στην ίδια συζήτηση στη Βουλή, με λόγο σοβαρό, πειστικό, ευπρεπή, που εκπροσωπούσε το κόμμα το αυτοονομαζόμενο «Το ποτάμι». Προκαλούσε και αυτός την απορία: Δικαιολογείται ο όρος σοβαρότητα για έναν άνθρωπο ενταγμένον εθελούσια σε κόμμα που η ονομασία του επαγγέλλεται το τίποτα; Να δηλώνει η ονομασία όχι, φυσικά, ιδεοληψίες και ταμπού, αλλά (που να πάρει η ευχή) στόχους κοινωνικούς, κριτήρια ποιότητας της ζωής πέρα από τον καταναλωτικό πρωτογονισμό. Ποια ανθρώπινη σοβαρότητα μπορεί να συμβιβαστεί με τη στράτευση σε κόμμα, που και μόνο ο τίτλος του δηλώνει το πολιτικό τίποτα – θα μπορούσε να είναι το όνομα παρόχθιας ταβέρνας ή εντευκτηρίου εραστών του «καγιάκ».
Βέβαια, κατάντησε κανόνας τις ονομασίες των πολιτικών κομμάτων (όπως και των απορρυπαντικών, αποσμητικών, αλλαντικών κ.λπ.) να τις επινοούν διαφημιστικά γραφεία, με κριτήρια εντελώς α-πολιτικά ή εσκεμμένης αοριστίας και γενικότητας αποβλέποντας στην ψυχολογική πρωταρχικά σαγήνη και στον υποβολιμαίο εντυπωσιασμό των αφελών (βλ. «Νέα Δημοκρατία», «Δημοκρατική Συμπαράταξη», «Πολιτική Ανοιξη» κ.ά.). Εφευρίσκουν οι διαφημιστές το «πιασάρικο» όνομα και στη συνέχεια οι ενδιαφερόμενοι προσπαθούν να γεμίσουν το νοηματικό κενό με «ευρήματα» αφηρημένων και συχνά αλληλοαναιρούμενων εννοιών – «κοινωνικός φιλελευθερισμός», «δημοκρατικός σοσιαλισμός», «κεντροδεξιά», «κεντροαριστερά» και ανάλογες πομφόλυγες αοριστολογίας.
Η εδραιωμένη αξιολογική αποτίμηση των πολιτικών από τους πολίτες συνοψίζεται στον αφορισμό: «όλοι ίδιοι είναι». Μάλλον άδικος ο αφορισμός, επειδή αναφέρεται σε πρόσωπα. Ισχύει όμως απολύτως και αποδεδειγμένα για τα κόμματα: ναι, «όλα ίδια είναι». Ψηλαφήσαμε την ολοκληρωτική εξομοίωση «πράσινου» και «γαλάζιου» ΠΑΣΟΚ, τους υποστήκαμε να συγκυβερνάνε – μαζί και ο «ερυθρός» Κουβέλης. Ζήσαμε και τους «ριζοσπάστες» του Τσίπρα να τους μεταβάλλει η Κίρκη των «Αγορών» σε ευπειθέστατους διεκπεραιωτές των εντολών της, να απεμπολούν «αρχές» και «παντιέρες» τους, έρμαια αδιάντροπης εξουσιολαγνείας.
Λογικά αλλά και έμπρακτα: τα κόμματα «όλα ίδια είναι» – ίδιες πολιτικές, ίδιος αμοραλισμός, ίδια νοσηρή εξουσιολαγνεία. Αν κάποιοι κομματικοί δίνουν την εντύπωση «σοβαρών ανθρώπων», πρόβλημα έχουμε οι δέκτες της εντύπωσης. Να συνειδητοποιήσουμε επιτέλους οι ψηφοφόροι ότι με τα υπάρχοντα σήμερα κόμματα, όλα, πολιτική ελπίδα δεν υπάρχει. Ας ξεκαθαρίσουμε στην κρίση μας τα γνωρίσματα του «σοβαρού ανθρώπου»._
http://www.kathimerini.gr/869507/opinion/epikairothta/politikh/sovaros-an8rwpos-sthn-politikh
Έντυπη

Ανάμεσα στη γελοιοποίηση και στην ασέβεια

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ* ΠΟΛΙΤΙΚΗ 
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Α​​ν με ρωτούσαν τι θα προτιμούσα, τη γελοιοποίηση του Συντάγματος ή την παραβίασή του; Θα απαντούσα χωρίς δισταγμό την παραβίασή του, διότι η παραβίαση είναι στιγμιαία, μπορεί να διορθωθεί και υπάρχουν και κυρώσεις. Η γελοιοποίηση έχει διάρκεια, είναι διάχυτη και αφήνει ίχνη. Δυστυχώς, δεν την απέφυγε η κυβέρνηση με την τελετή που διοργάνωσε για την αναθεώρηση του Συντάγματος μαζί με τις συνταγματικές εξαγγελίες που έκανε, με αφορμή την 42η επέτειο της αποκατάστασης της Δημοκρατίας.
Θα ασχοληθώ μόνον με τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, όπως σχεδιάστηκε και σκηνοθετήθηκε, και όχι με το περιεχόμενό της. Διότι η διαδικασία είναι πρωτάκουστη και προκλητική, ενώ το περιεχόμενο των προτάσεων σηκώνει μεν αντιρρήσεις και σοβαρές αλλά τουλάχιστον δεν προκαλεί ούτε διεγείρει και μπορεί να ανατραπεί και ίσως να μην ψηφιστούν ποτέ. Και ορισμένες είναι άλλωστε ανάξιες λόγου. Ενώ η όλη διαδικασία προκαλεί από τη φύση της: με την πρόβλεψη μιας πρωτάκουστης, προκαταρκτικής διαδικασίας δωδεκάμηνης διάρκειας διαβούλευσης με τους «πολίτες», με τη διοργάνωση από μια 15μελή οργανωτική επιτροπή –αγνώστων λοιπών στοιχείων– τυχάρπαστων «συνελεύσεων» πολιτών σε πλατείες, με «σκοπό τη διεξαγωγή μιας πλατιάς, ανοιχτής διαδικασίας διαλόγου σε πανεθνική κλίμακα», με την ανάθεση, τέλος, της πρωτοβουλίας της διοργάνωσης των συναθροίσεων πολιτών «είτε στην ίδια την Οργανωτική Επιτροπή είτε σε Κινήσεις Πολιτών ή σε Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και άλλους φορείς της κοινωνίας των πολιτών». Ολα αυτά, μαζί με τα ενδιάμεσα συνταγματικά δημοψηφίσματα, αν δεν είναι τραγελαφικά και ασυνάρτητα, και τα πάρει κανείς στα σοβαρά, τότε αποτελούν μια ανοιχτή πρόκληση, μια συνταγματική ασέβεια προς το κοινοβούλιο, στους εκλεγμένους αντιπροσώπους του λαού και του έθνους, όπως θα δούμε.
Πρώτα, προς τον λαό έτσι όπως τον εννοεί το Σύνταγμα, ως οργανωμένο σύνολο πολιτών, ως πολιτική ενότητα και υποκείμενο με βούληση, ως εκλογικό σώμα που εκλέγει τους αντιπροσώπους που τον κυβερνούν.
Στη θέση αυτού του λαού, του μόνου υπαρκτού και λειτουργικού, στο όνομα του οποίου ψηφίζονται οι νόμοι και κυβερνιέται η χώρα, μας αντιπαράθεσε ο πρωθυπουργός έναν άλλο «λαό», τον «λαό της πραγματικής δημοκρατίας», όπως λέει, εκείνον της «κοινωνίας των πολιτών», που δρα και υπάρχει στις ενώσεις πολιτών και στις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (!) στις πλατείες και στις αίθουσες των συνελεύσεων.
Ενα τυχάρπαστο συναπάντημα πολιτών, που θα εμφανίζεται μόνον όταν θα συγκαλείται από μια οργανωτική επιτροπή, που θα διορίσει, ως άλλος Καίσαρας, ο πρωθυπουργός και θα διαβουλεύεται για μας όλους και θα προτείνει, στο όνομά μας, πώς πρέπει να είναι οργανωμένο το κράτος και η διακυβέρνηση της χώρας. Ετσι, τον λαό της αντιπροσωπευτικής μας δημοκρατίας, αποκλειστικό φορέα της λαϊκής κυριαρχίας και κάθε δημοκρατίας σε ολόκληρο τον κόσμο, ο πρωθυπουργός της ρημαγμένης χώρας μας μας προτείνει δημόσια να τον υποκαταστήσουμε, και μάλιστα στην ύψιστη εκδήλωση της λαϊκής κυριαρχίας, δηλαδή τη στιγμή της άσκησης δεσμευμένης συντακτικής εξουσίας, με την «κοινωνία των πολιτών», –άκουσον άκουσον–, με αυτήν που είναι κατακερματισμένη, που σπαράσσεται από τον ανταγωνισμό και τα ιδιωτικά συμφέροντα.
Κύριε πρωθυπουργέ, επιτρέψτε με να σας διορθώσω ως δάσκαλος του Συνταγματικού Δικαίου: δεν διαβάσατε σωστά τον Ρουσό, η κυριαρχία δεν εδρεύει στην κοινωνία των πολιτών (στην civil society) , αλλά στον λαό ως σύνολο πολιτών, ως αφηρημένη ενότητα και ενοποιημένη συμβατική βούληση όλων των πολιτών.
Διαπράξατε όμως, κύριε πρωθυπουργέ, και ένα άλλο συνταγματικό ατόπημα, που το επεσήμανε ήδη ο συνάδελφος καθηγητής Βενιζέλος. Σφετεριστήκατε ως πρόεδρος της κυβέρνησης αναθεωρητική εξουσία, την οποία το Σύνταγμα αναθέτει αποκλειστικά στη Βουλή, στους βουλευτές και όχι στην κυβέρνηση ή στην εκτελεστική εξουσία και πολύ λιγότερο στις παντοειδείς ενώσεις πολιτών. Τυπικές λεπτομέρειες, θα μου πείτε.
Και όμως, το Σύνταγμα είναι κυρίως τύπος και η αναθεωρητική διαδικασία, όπως και το Σύνταγμα, είναι στη χώρα μας από το 1844 τυπικό και αυστηρό και αυτό θεωρήθηκε από τους κλασικούς μας δασκάλους, Σβώλο και Μάνεση, εγγύηση τηρήσεως του Συντάγματος, δηλαδή εγγύηση της αντιπροσωπευτικής και κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Με αυτά που εξαγγείλατε, κύριε πρωθυπουργέ, επιδείξατε ακόμη ασέβεια στην καθιερωμένη από το άρθρο 110Σ διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος. Οχι τόσο διότι εξαγγείλατε την αναθεώρηση, ως πρωθυπουργός, αλλά κυρίως διότι εξαναγκάζετε τη Βουλή, ταπεινώνοντάς την, να περιμένει σιωπηλή, επί δέκα μήνες, τις τελικές προτάσεις της λαϊκής διαβούλευσης, όπως θα τις συνοψίσει η δεκαπενταμελής επιτροπή που θα διορίσετε. Οι αντιπρόσωποι του λαού και του έθνους απαρτίζουν τη Βουλή και σε αυτό το όργανο μαζί με την Αναθεωρητική Βουλή, που θα προκύψει έπειτα από εκλογές, έχει αναθέσει κατά αποκλειστικότητα το Σύνταγμα την αναθεωρητική διαδικασία. Δεν την μοιράζεται με κανένα άλλο όργανο.
Στη διαδικασία, που αναγγέλθηκε, προβλέπεται ακόμη ότι στο μεσοδιάστημα, όσο διαρκεί η περίφημη διαβούλευση, μπορεί να διοργανωθεί και κανένα συμβουλευτικό συνταγματικού περιεχομένου δημοψήφισμα, με την επίκληση «κρίσιμου εθνικού θέματος», όπως κάνατε τον Ιούλιο του 2015, καταστρατηγώντας το άρθρο 44 παρ.2Σ. Γνωρίζετε, πλέον, είναι αλήθεια, κύριε πρωθυπουργέ, πώς να χρησιμοποιείτε προς όφελος των πολιτικών σας επιδιώξεων τη δημοψηφισματική θέληση του λαού. Και εν ανάγκη να την μετατρέπετε σε μια νύχτα από αρνητική σε θετική. Την αγάπη σας προς τα δημοψηφίσματα δεν την κρύβετε, άλλωστε.
Μόνο που τα δημοψηφίσματα, κυρίως τα κυβερνητικά, και μάλιστα τα προσωποπαγή, δεν είναι θεσμός, όπως ίσως γνωρίζετε, ούτε της άμεσης ούτε της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αλλά της καισαρικής δημοκρατίας.
Μπορεί τα προηγούμενα να μην στοιχειοθετούν παραβίαση του Συντάγματος. Δηλώνουν όμως ασέβεια στο άρθρο 110Σ και στον αντιπροσωπευτικό και κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος. Διότι προδίδουν συμπεριφορά που αντιλαμβάνεται το Σύνταγμα ως εργαλείο ή μέσο άσκησης κυβερνητικής ή κομματικής πολιτικής.
Δεν παίζουμε με το Σύνταγμα, διότι είναι αυτό που μας κρατά ως χώρα και ως πολιτική ενότητα, ως λαό και ως έθνος. Βρίσκεται πάνω από τον πρωθυπουργό και την εκάστοτε συγκυριακή κυβερνητική πλειοψηφία και ουδείς δικαιούται να το χρησιμοποιεί ως κύριος ή ιδιοκτήτης του ή να παίζει μαζί του. Διότι δεν ανήκει σε κανέναν. Είναι το μόνο, άλλωστε, που μας απέμεινε και στέκει όρθιο. Το μόνο που άντεξε στην κρίση. Ας το σεβαστούμε, ως κειμήλιο και ως παρακαταθήκη ιερή, αυτών που μας το κληροδότησαν και μπορούμε χάρις σε αυτούς, σήμερα, να γιορτάζουμε την επέτειο του κληροδοτήματός τους.
* Ο κ. Αντώνης Μανιτάκης είναι ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου.

MUST ΓΑΣΡΟΝΟΜΟΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΣΗ Υποενότητες του Απόψεις ΣΚΙΤΣΑ ΣΥΝΤΑΚΤΕΣ Χρήστος Γιανναράς ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ «Σοβαρός άνθρωπος» στην πολιτική ΠΟΛΙΤΙΚΗ 18:06 ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA Κ​​άποιες συζητήσεις στη Βουλή ή στις κοινοβουλευτικές επιτροπές, τηλεοπτικά μεταδιδόμενες, δίνουν την εντύπωση στον πολίτη πων σοβαρών. Ας συμφωνήσουμε σε κάποια στοιχειώδη κριτήρια «σοβαρότητας»: Κατορθώνουν να δίνουν στον ακροατή-θεατή τους την αίσθηση ότι είναι έντιμοι και νηφάλιοι. Οτι διαθέτουν ευφυΐα, έστω και μέσου βεληνεκούς. Δεν είναι απαίδευτοι, δηλαδή έχουν επάρκεια γλωσσικής εκφραστικής, άρα και συλλογιστικής ικανότητας (ως γνωστόν: άνθρωπος χωρίς γλώσσα είναι άνθρωπος χωρίς σκέψη, αφού με τη γλώσσα σκεφτόμαστε). Διαθέτουν την αισθητική καλλιέργεια που προϋποθέτει η ενδυματολογική καλαισθησία. Το πρώτο ερώτημα που γεννιέται από τη θέα αυτών των εξαιρέσεων: Γιατί η όποια ανθρώπινη ποιότητα υπάρχει στα κόμματα κρατιέται στην αφάνεια, δηλαδή αποκλείεται από την τηλεόραση; Γιατί οι «εκπρόσωποι τύπου» των κομμάτων και οι κομματικοί απεσταλμένοι στις τηλεοπτικές εκπομπές είναι, κατά κανόνα, μικρονοϊκοί, μονόχνωτοι, κωμικά δογματικοί, και επιπλέον άγλωσσοι, απαίδευτοι, ακαλαίσθητοι; Δεν έχουν τα κριτήρια οι αρχηγοί και οι επιτελείς των κομμάτων (και των κυβερνήσεων) να διακρίνουν ποιος τύπος «εκπροσώπου» τούς κολακεύει και ποιος τους δυσφημεί; Μια εξήγηση θα ήταν, ίσως, το μοντέλο ή η συνταγή για «σαρωτικές επιτυχίες» στο πεδίο του εντυπωσιασμού των μαζών, που αποτέλεσαν στη μεταπολίτευση ο Μένιος Κουτσόγιωργας και ο Βαγγέλης Γιαννόπουλος. Το κουτσαβάκικο ύφος, η αθυροστομία, η αναίδεια και θρασύτητα, το αδίστακτο ψέμα, οι έμμεσες απειλές (τσαμπουκάς), οι χυδαίοι υπαινιγμοί καταξιώθηκαν σαν «όπλα πολιτικής πάλης». Καθιερώθηκε «κλίμα» δημόσιου λόγου – η Ν.Δ. και στο πεδίο αυτό, όπως και σε κάθε άλλο πολιτικής πρακτικής, πάσχιζε να μιμηθεί το ΠΑΣΟΚ, να μην υστερήσει σε «εκσυγχρονισμό». Ο,τι ονομάζουμε «κλίμα» δημοσίου λόγου, κυρίαρχο πολιτικό «κλίμα», κατανοείται πληρέστερα με αναφορά σε πρόσωπα, αλλά αυτή η προσωποποίηση αφήνει κενά κατανόησης στους νεότερους. Η ελλαδική κοινωνία γνώρισε τα τελευταία σαράντα χρόνια τόσα ευτελισμένα, ανίκανα (της ντροπής) αχρεία πρόσωπα σε θώκους ηγετικούς (χωρίς να υπάρξει έστω και ίχνος συλλογικών αντανακλαστικών διαμαρτυρίας, καταισχύνης ή οργής) που η ανάμνησή τους και μόνο θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν πέδη ανάσχεσης στη διολίσθηση προς τον ιστορικό αφανισμό. Δεν υπήρξαν έγκαιρα αντανακλαστικά οργής ούτε μνήμη ανασχετική του συνεχώς χειρότερου. Το πολιτικό μας σύστημα μπήκε σε τροχιά ραγδαίας αποσύνθεσης, με τα προσχήματα δημοκρατίας να συντηρούνται ως νεκροπομπός φενάκη. Αλλά μια τέτοια ανάγνωση της ελλαδικής πολιτικής πραγματικότητας επιτείνει τη δυσκολία να ερμηνεύσουμε το πώς γίνεται να υπάρχουν ακόμα «σοβαροί άνθρωποι» στην πολιτική σκηνή. Αγόρευε τις προάλλες για τον εκλογικό νόμο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, νέος σχετικά, με στρωτό και ευπρεπή λόγο, καλοχτισμένα επιχειρήματα και ικανότητα να δείχνει ότι το θέμα τον ενδιαφέρει ουσιαστικά, όχι για να κερδίσει εντυπώσεις. Ομως, αυτός ο νέος (και ας τον υποθέσουμε αγνών προθέσεων) άνθρωπος ακύρωνε τη σοβαρότητά του με την κατάφωρη πολιτική του ανακολουθία και ασυνέπεια: Μιλούσε για ιδιοτέλεια κομματικών σκοπιμοτήτων στο εκλογικό νομοσχέδιο εκπροσωπώντας το κόμμα που υπήρξε ο πανουργότερος μάγειρας εκλογικών συστημάτων, προκειμένου να υποκλέψει την εξουσία. Και αν το παρελθόν του κόμματός του το αμνηστεύει ο νεαρός βουλευτής νιώθοντας ο ίδιος φορέας του πολιτικά καινούργιου, πώς συμβιβάζει τους οραματισμούς του (και τη σοβαρότητά του) με το «προφίλ» της αρχηγού του; Διερωτήθηκε ποτέ: πού, πώς και από ποιον πρωτοδιορίστηκε σε μισθωτή εργασία η αρχηγός του; Αλλά και πέραν της αρχηγού: Ποιες αξιώσεις σοβαρότητας μπορεί να έχει ένας πολιτικός, πιθανόν ταλαντούχος και πάντως κόσμιος ως παρουσία, που επιλέγει να ενταχθεί σε κόμμα «σοσιαλιστικό», όταν στο πολύ πρόσφατο παρελθόν το κόμμα αυτό κυβέρνησε με όρους τού πιο αχαλίνωτου καπιταλισμού, μοιράζοντας με τους συγκυβερνώντες τα ρουσφέτια προκαταβολικά (4-2-1); Οι παραδειγματικές αναφορές λειτουργούν στον δοκιμιακό λόγο της επιφυλλίδας προφανώς ως ένδειξη, όχι ως καταγγελία. Να παραθέσουμε και μια δεύτερη εικόνα: Μεσήλικα βουλευτή, στην ίδια συζήτηση στη Βουλή, με λόγο σοβαρό, πειστικό, ευπρεπή, που εκπροσωπούσε το κόμμα το αυτοονομαζόμενο «Το ποτάμι». Προκαλούσε και αυτός την απορία: Δικαιολογείται ο όρος σοβαρότητα για έναν άνθρωπο ενταγμένον εθελούσια σε κόμμα που η ονομασία του επαγγέλλεται το τίποτα; Να δηλώνει η ονομασία όχι, φυσικά, ιδεοληψίες και ταμπού, αλλά (που να πάρει η ευχή) στόχους κοινωνικούς, κριτήρια ποιότητας της ζωής πέρα από τον καταναλωτικό πρωτογονισμό. Ποια ανθρώπινη σοβαρότητα μπορεί να συμβιβαστεί με τη στράτευση σε κόμμα, που και μόνο ο τίτλος του δηλώνει το πολιτικό τίποτα – θα μπορούσε να είναι το όνομα παρόχθιας ταβέρνας ή εντευκτηρίου εραστών του «καγιάκ». Βέβαια, κατάντησε κανόνας τις ονομασίες των πολιτικών κομμάτων (όπως και των απορρυπαντικών, αποσμητικών, αλλαντικών κ.λπ.) να τις επινοούν διαφημιστικά γραφεία, με κριτήρια εντελώς α-πολιτικά ή εσκεμμένης αοριστίας και γενικότητας αποβλέποντας στην ψυχολογική πρωταρχικά σαγήνη και στον υποβολιμαίο εντυπωσιασμό των αφελών (βλ. «Νέα Δημοκρατία», «Δημοκρατική Συμπαράταξη», «Πολιτική Ανοιξη» κ.ά.). Εφευρίσκουν οι διαφημιστές το «πιασάρικο» όνομα και στη συνέχεια οι ενδιαφερόμενοι προσπαθούν να γεμίσουν το νοηματικό κενό με «ευρήματα» αφηρημένων και συχνά αλληλοαναιρούμενων εννοιών – «κοινωνικός φιλελευθερισμός», «δημοκρατικός σοσιαλισμός», «κεντροδεξιά», «κεντροαριστερά» και ανάλογες πομφόλυγες αοριστολογίας. Η εδραιωμένη αξιολογική αποτίμηση των πολιτικών από τους πολίτες συνοψίζεται στον αφορισμό: «όλοι ίδιοι είναι». Μάλλον άδικος ο αφορισμός, επειδή αναφέρεται σε πρόσωπα. Ισχύει όμως απολύτως και αποδεδειγμένα για τα κόμματα: ναι, «όλα ίδια είναι». Ψηλαφήσαμε την ολοκληρωτική εξομοίωση «πράσινου» και «γαλάζιου» ΠΑΣΟΚ, τους υποστήκαμε να συγκυβερνάνε – μαζί και ο «ερυθρός» Κουβέλης. Ζήσαμε και τους «ριζοσπάστες» του Τσίπρα να τους μεταβάλλει η Κίρκη των «Αγορών» σε ευπειθέστατους διεκπεραιωτές των εντολών της, να απεμπολούν «αρχές» και «παντιέρες» τους, έρμαια αδιάντροπης εξουσιολαγνείας. Λογικά αλλά και έμπρακτα: τα κόμματα «όλα ίδια είναι» – ίδιες πολιτικές, ίδιος αμοραλισμός, ίδια νοσηρή εξουσιολαγνεία. Αν κάποιοι κομματικοί δίνουν την εντύπωση «σοβαρών ανθρώπων», πρόβλημα έχουμε οι δέκτες της εντύπωσης. Να συνειδητοποιήσουμε επιτέλους οι ψηφοφόροι ότι με τα υπάρχοντα σήμερα κόμματα, όλα, πολιτική ελπίδα δεν υπάρχει. Ας ξεκαθαρίσουμε στην κρίση μας τα γνωρίσματα του «σοβαρού ανθρώπου»



Χρήστος Γιανναράς ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

Υποενότητες του Απόψεις

«Σοβαρός άνθρωπος» στην πολιτική


ΠΟΛΙΤΙΚΗ 
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Κ​​άποιες συζητήσεις στη Βουλή ή στις κοινοβουλευτικές επιτροπές, τηλεοπτικά μεταδιδόμενες, δίνουν την εντύπωση στον πολίτη ότι διασώζονται ακόμα στο πολιτικό προσωπικό της χώρας περιπτώσεις ανθρώπων σοβαρών. Ας συμφωνήσουμε σε κάποια στοιχειώδη κριτήρια «σοβαρότητας»: Κατορθώνουν να δίνουν στον ακροατή-θεατή τους την αίσθηση ότι είναι έντιμοι και νηφάλιοι. Οτι διαθέτουν ευφυΐα, έστω και μέσου βεληνεκούς. Δεν είναι απαίδευτοι, δηλαδή έχουν επάρκεια γλωσσικής εκφραστικής, άρα και συλλογιστικής ικανότητας (ως γνωστόν: άνθρωπος χωρίς γλώσσα είναι άνθρωπος χωρίς σκέψη, αφού με τη γλώσσα σκεφτόμαστε). Διαθέτουν την αισθητική καλλιέργεια που προϋποθέτει η ενδυματολογική καλαισθησία.
Το πρώτο ερώτημα που γεννιέται από τη θέα αυτών των εξαιρέσεων: Γιατί η όποια ανθρώπινη ποιότητα υπάρχει στα κόμματα κρατιέται στην αφάνεια, δηλαδή αποκλείεται από την τηλεόραση; Γιατί οι «εκπρόσωποι τύπου» των κομμάτων και οι κομματικοί απεσταλμένοι στις τηλεοπτικές εκπομπές είναι, κατά κανόνα, μικρονοϊκοί, μονόχνωτοι, κωμικά δογματικοί, και επιπλέον άγλωσσοι, απαίδευτοι, ακαλαίσθητοι; Δεν έχουν τα κριτήρια οι αρχηγοί και οι επιτελείς των κομμάτων (και των κυβερνήσεων) να διακρίνουν ποιος τύπος «εκπροσώπου» τούς κολακεύει και ποιος τους δυσφημεί;
Μια εξήγηση θα ήταν, ίσως, το μοντέλο ή η συνταγή για «σαρωτικές επιτυχίες» στο πεδίο του εντυπωσιασμού των μαζών, που αποτέλεσαν στη μεταπολίτευση ο Μένιος Κουτσόγιωργας και ο Βαγγέλης Γιαννόπουλος. Το κουτσαβάκικο ύφος, η αθυροστομία, η αναίδεια και θρασύτητα, το αδίστακτο ψέμα, οι έμμεσες απειλές (τσαμπουκάς), οι χυδαίοι υπαινιγμοί καταξιώθηκαν σαν «όπλα πολιτικής πάλης».
Καθιερώθηκε «κλίμα» δημόσιου λόγου – η Ν.Δ. και στο πεδίο αυτό, όπως και σε κάθε άλλο πολιτικής πρακτικής, πάσχιζε να μιμηθεί το ΠΑΣΟΚ, να μην υστερήσει σε «εκσυγχρονισμό».
Ο,τι ονομάζουμε «κλίμα» δημοσίου λόγου, κυρίαρχο πολιτικό «κλίμα», κατανοείται πληρέστερα με αναφορά σε πρόσωπα, αλλά αυτή η προσωποποίηση αφήνει κενά κατανόησης στους νεότερους. Η ελλαδική κοινωνία γνώρισε τα τελευταία σαράντα χρόνια τόσα ευτελισμένα, ανίκανα (της ντροπής) αχρεία πρόσωπα σε θώκους ηγετικούς (χωρίς να υπάρξει έστω και ίχνος συλλογικών αντανακλαστικών διαμαρτυρίας, καταισχύνης ή οργής) που η ανάμνησή τους και μόνο θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν πέδη ανάσχεσης στη διολίσθηση προς τον ιστορικό αφανισμό. Δεν υπήρξαν έγκαιρα αντανακλαστικά οργής ούτε μνήμη ανασχετική του συνεχώς χειρότερου. Το πολιτικό μας σύστημα μπήκε σε τροχιά ραγδαίας αποσύνθεσης, με τα προσχήματα δημοκρατίας να συντηρούνται ως νεκροπομπός φενάκη.
Αλλά μια τέτοια ανάγνωση της ελλαδικής πολιτικής πραγματικότητας επιτείνει τη δυσκολία να ερμηνεύσουμε το πώς γίνεται να υπάρχουν ακόμα «σοβαροί άνθρωποι» στην πολιτική σκηνή. Αγόρευε τις προάλλες για τον εκλογικό νόμο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, νέος σχετικά, με στρωτό και ευπρεπή λόγο, καλοχτισμένα επιχειρήματα και ικανότητα να δείχνει ότι το θέμα τον ενδιαφέρει ουσιαστικά, όχι για να κερδίσει εντυπώσεις.
Ομως, αυτός ο νέος (και ας τον υποθέσουμε αγνών προθέσεων) άνθρωπος ακύρωνε τη σοβαρότητά του με την κατάφωρη πολιτική του ανακολουθία και ασυνέπεια: Μιλούσε για ιδιοτέλεια κομματικών σκοπιμοτήτων στο εκλογικό νομοσχέδιο εκπροσωπώντας το κόμμα που υπήρξε ο πανουργότερος μάγειρας εκλογικών συστημάτων, προκειμένου να υποκλέψει την εξουσία.
Και αν το παρελθόν του κόμματός του το αμνηστεύει ο νεαρός βουλευτής νιώθοντας ο ίδιος φορέας του πολιτικά καινούργιου, πώς συμβιβάζει τους οραματισμούς του (και τη σοβαρότητά του) με το «προφίλ» της αρχηγού του; Διερωτήθηκε ποτέ: πού, πώς και από ποιον πρωτοδιορίστηκε σε μισθωτή εργασία η αρχηγός του; Αλλά και πέραν της αρχηγού: Ποιες αξιώσεις σοβαρότητας μπορεί να έχει ένας πολιτικός, πιθανόν ταλαντούχος και πάντως κόσμιος ως παρουσία, που επιλέγει να ενταχθεί σε κόμμα «σοσιαλιστικό», όταν στο πολύ πρόσφατο παρελθόν το κόμμα αυτό κυβέρνησε με όρους τού πιο αχαλίνωτου καπιταλισμού, μοιράζοντας με τους συγκυβερνώντες τα ρουσφέτια προκαταβολικά (4-2-1);
Οι παραδειγματικές αναφορές λειτουργούν στον δοκιμιακό λόγο της επιφυλλίδας προφανώς ως ένδειξη, όχι ως καταγγελία. Να παραθέσουμε και μια δεύτερη εικόνα: Μεσήλικα βουλευτή, στην ίδια συζήτηση στη Βουλή, με λόγο σοβαρό, πειστικό, ευπρεπή, που εκπροσωπούσε το κόμμα το αυτοονομαζόμενο «Το ποτάμι». Προκαλούσε και αυτός την απορία: Δικαιολογείται ο όρος σοβαρότητα για έναν άνθρωπο ενταγμένον εθελούσια σε κόμμα που η ονομασία του επαγγέλλεται το τίποτα; Να δηλώνει η ονομασία όχι, φυσικά, ιδεοληψίες και ταμπού, αλλά (που να πάρει η ευχή) στόχους κοινωνικούς, κριτήρια ποιότητας της ζωής πέρα από τον καταναλωτικό πρωτογονισμό. Ποια ανθρώπινη σοβαρότητα μπορεί να συμβιβαστεί με τη στράτευση σε κόμμα, που και μόνο ο τίτλος του δηλώνει το πολιτικό τίποτα – θα μπορούσε να είναι το όνομα παρόχθιας ταβέρνας ή εντευκτηρίου εραστών του «καγιάκ».
Βέβαια, κατάντησε κανόνας τις ονομασίες των πολιτικών κομμάτων (όπως και των απορρυπαντικών, αποσμητικών, αλλαντικών κ.λπ.) να τις επινοούν διαφημιστικά γραφεία, με κριτήρια εντελώς α-πολιτικά ή εσκεμμένης αοριστίας και γενικότητας αποβλέποντας στην ψυχολογική πρωταρχικά σαγήνη και στον υποβολιμαίο εντυπωσιασμό των αφελών (βλ. «Νέα Δημοκρατία», «Δημοκρατική Συμπαράταξη», «Πολιτική Ανοιξη» κ.ά.). Εφευρίσκουν οι διαφημιστές το «πιασάρικο» όνομα και στη συνέχεια οι ενδιαφερόμενοι προσπαθούν να γεμίσουν το νοηματικό κενό με «ευρήματα» αφηρημένων και συχνά αλληλοαναιρούμενων εννοιών – «κοινωνικός φιλελευθερισμός», «δημοκρατικός σοσιαλισμός», «κεντροδεξιά», «κεντροαριστερά» και ανάλογες πομφόλυγες αοριστολογίας.
Η εδραιωμένη αξιολογική αποτίμηση των πολιτικών από τους πολίτες συνοψίζεται στον αφορισμό: «όλοι ίδιοι είναι». Μάλλον άδικος ο αφορισμός, επειδή αναφέρεται σε πρόσωπα. Ισχύει όμως απολύτως και αποδεδειγμένα για τα κόμματα: ναι, «όλα ίδια είναι». Ψηλαφήσαμε την ολοκληρωτική εξομοίωση «πράσινου» και «γαλάζιου» ΠΑΣΟΚ, τους υποστήκαμε να συγκυβερνάνε – μαζί και ο «ερυθρός» Κουβέλης. Ζήσαμε και τους «ριζοσπάστες» του Τσίπρα να τους μεταβάλλει η Κίρκη των «Αγορών» σε ευπειθέστατους διεκπεραιωτές των εντολών της, να απεμπολούν «αρχές» και «παντιέρες» τους, έρμαια αδιάντροπης εξουσιολαγνείας.
Λογικά αλλά και έμπρακτα: τα κόμματα «όλα ίδια είναι» – ίδιες πολιτικές, ίδιος αμοραλισμός, ίδια νοσηρή εξουσιολαγνεία. Αν κάποιοι κομματικοί δίνουν την εντύπωση «σοβαρών ανθρώπων», πρόβλημα έχουμε οι δέκτες της εντύπωσης. Να συνειδητοποιήσουμε επιτέλους οι ψηφοφόροι ότι με τα υπάρχοντα σήμερα κόμματα, όλα, πολιτική ελπίδα δεν υπάρχει. Ας ξεκαθαρίσουμε στην κρίση μας τα γνωρίσματα του «σοβαρού ανθρώπου»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Κ​​άποιες συζητήσεις στη Βουλή ή στις κοινοβουλευτικές επιτροπές, τηλεοπτικά μεταδιδόμενες, δίνουν την εντύπωση στον πολίτη ότι διασώζονται ακόμα στο πολιτικό προσωπικό της χώρας περιπτώσεις ανθρώπων σοβαρών. Ας συμφωνήσουμε σε κάποια στοιχειώδη κριτήρια «σοβαρότητας»: Κατορθώνουν να δίνουν στον ακροατή-θεατή τους την αίσθηση ότι είναι έντιμοι και νηφάλιοι. Οτι διαθέτουν ευφυΐα, έστω και μέσου βεληνεκούς. Δεν είναι απαίδευτοι, δηλαδή έχουν επάρκεια γλωσσικής εκφραστικής, άρα και συλλογιστικής ικανότητας (ως γνωστόν: άνθρωπος χωρίς γλώσσα είναι άνθρωπος χωρίς σκέψη, αφού με τη γλώσσα σκεφτόμαστε). Διαθέτουν την αισθητική καλλιέργεια που προϋποθέτει η ενδυματολογική καλαισθησία.
Το πρώτο ερώτημα που γεννιέται από τη θέα αυτών των εξαιρέσεων: Γιατί η όποια ανθρώπινη ποιότητα υπάρχει στα κόμματα κρατιέται στην αφάνεια, δηλαδή αποκλείεται από την τηλεόραση; Γιατί οι «εκπρόσωποι τύπου» των κομμάτων και οι κομματικοί απεσταλμένοι στις τηλεοπτικές εκπομπές είναι, κατά κανόνα, μικρονοϊκοί, μονόχνωτοι, κωμικά δογματικοί, και επιπλέον άγλωσσοι, απαίδευτοι, ακαλαίσθητοι; Δεν έχουν τα κριτήρια οι αρχηγοί και οι επιτελείς των κομμάτων (και των κυβερνήσεων) να διακρίνουν ποιος τύπος «εκπροσώπου» τούς κολακεύει και ποιος τους δυσφημεί;
Μια εξήγηση θα ήταν, ίσως, το μοντέλο ή η συνταγή για «σαρωτικές επιτυχίες» στο πεδίο του εντυπωσιασμού των μαζών, που αποτέλεσαν στη μεταπολίτευση ο Μένιος Κουτσόγιωργας και ο Βαγγέλης Γιαννόπουλος. Το κουτσαβάκικο ύφος, η αθυροστομία, η αναίδεια και θρασύτητα, το αδίστακτο ψέμα, οι έμμεσες απειλές (τσαμπουκάς), οι χυδαίοι υπαινιγμοί καταξιώθηκαν σαν «όπλα πολιτικής πάλης».
Καθιερώθηκε «κλίμα» δημόσιου λόγου – η Ν.Δ. και στο πεδίο αυτό, όπως και σε κάθε άλλο πολιτικής πρακτικής, πάσχιζε να μιμηθεί το ΠΑΣΟΚ, να μην υστερήσει σε «εκσυγχρονισμό».
Ο,τι ονομάζουμε «κλίμα» δημοσίου λόγου, κυρίαρχο πολιτικό «κλίμα», κατανοείται πληρέστερα με αναφορά σε πρόσωπα, αλλά αυτή η προσωποποίηση αφήνει κενά κατανόησης στους νεότερους. Η ελλαδική κοινωνία γνώρισε τα τελευταία σαράντα χρόνια τόσα ευτελισμένα, ανίκανα (της ντροπής) αχρεία πρόσωπα σε θώκους ηγετικούς (χωρίς να υπάρξει έστω και ίχνος συλλογικών αντανακλαστικών διαμαρτυρίας, καταισχύνης ή οργής) που η ανάμνησή τους και μόνο θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν πέδη ανάσχεσης στη διολίσθηση προς τον ιστορικό αφανισμό. Δεν υπήρξαν έγκαιρα αντανακλαστικά οργής ούτε μνήμη ανασχετική του συνεχώς χειρότερου. Το πολιτικό μας σύστημα μπήκε σε τροχιά ραγδαίας αποσύνθεσης, με τα προσχήματα δημοκρατίας να συντηρούνται ως νεκροπομπός φενάκη.
Αλλά μια τέτοια ανάγνωση της ελλαδικής πολιτικής πραγματικότητας επιτείνει τη δυσκολία να ερμηνεύσουμε το πώς γίνεται να υπάρχουν ακόμα «σοβαροί άνθρωποι» στην πολιτική σκηνή. Αγόρευε τις προάλλες για τον εκλογικό νόμο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, νέος σχετικά, με στρωτό και ευπρεπή λόγο, καλοχτισμένα επιχειρήματα και ικανότητα να δείχνει ότι το θέμα τον ενδιαφέρει ουσιαστικά, όχι για να κερδίσει εντυπώσεις.
Ομως, αυτός ο νέος (και ας τον υποθέσουμε αγνών προθέσεων) άνθρωπος ακύρωνε τη σοβαρότητά του με την κατάφωρη πολιτική του ανακολουθία και ασυνέπεια: Μιλούσε για ιδιοτέλεια κομματικών σκοπιμοτήτων στο εκλογικό νομοσχέδιο εκπροσωπώντας το κόμμα που υπήρξε ο πανουργότερος μάγειρας εκλογικών συστημάτων, προκειμένου να υποκλέψει την εξουσία.
Και αν το παρελθόν του κόμματός του το αμνηστεύει ο νεαρός βουλευτής νιώθοντας ο ίδιος φορέας του πολιτικά καινούργιου, πώς συμβιβάζει τους οραματισμούς του (και τη σοβαρότητά του) με το «προφίλ» της αρχηγού του; Διερωτήθηκε ποτέ: πού, πώς και από ποιον πρωτοδιορίστηκε σε μισθωτή εργασία η αρχηγός του; Αλλά και πέραν της αρχηγού: Ποιες αξιώσεις σοβαρότητας μπορεί να έχει ένας πολιτικός, πιθανόν ταλαντούχος και πάντως κόσμιος ως παρουσία, που επιλέγει να ενταχθεί σε κόμμα «σοσιαλιστικό», όταν στο πολύ πρόσφατο παρελθόν το κόμμα αυτό κυβέρνησε με όρους τού πιο αχαλίνωτου καπιταλισμού, μοιράζοντας με τους συγκυβερνώντες τα ρουσφέτια προκαταβολικά (4-2-1);
Οι παραδειγματικές αναφορές λειτουργούν στον δοκιμιακό λόγο της επιφυλλίδας προφανώς ως ένδειξη, όχι ως καταγγελία. Να παραθέσουμε και μια δεύτερη εικόνα: Μεσήλικα βουλευτή, στην ίδια συζήτηση στη Βουλή, με λόγο σοβαρό, πειστικό, ευπρεπή, που εκπροσωπούσε το κόμμα το αυτοονομαζόμενο «Το ποτάμι». Προκαλούσε και αυτός την απορία: Δικαιολογείται ο όρος σοβαρότητα για έναν άνθρωπο ενταγμένον εθελούσια σε κόμμα που η ονομασία του επαγγέλλεται το τίποτα; Να δηλώνει η ονομασία όχι, φυσικά, ιδεοληψίες και ταμπού, αλλά (που να πάρει η ευχή) στόχους κοινωνικούς, κριτήρια ποιότητας της ζωής πέρα από τον καταναλωτικό πρωτογονισμό. Ποια ανθρώπινη σοβαρότητα μπορεί να συμβιβαστεί με τη στράτευση σε κόμμα, που και μόνο ο τίτλος του δηλώνει το πολιτικό τίποτα – θα μπορούσε να είναι το όνομα παρόχθιας ταβέρνας ή εντευκτηρίου εραστών του «καγιάκ».
Βέβαια, κατάντησε κανόνας τις ονομασίες των πολιτικών κομμάτων (όπως και των απορρυπαντικών, αποσμητικών, αλλαντικών κ.λπ.) να τις επινοούν διαφημιστικά γραφεία, με κριτήρια εντελώς α-πολιτικά ή εσκεμμένης αοριστίας και γενικότητας αποβλέποντας στην ψυχολογική πρωταρχικά σαγήνη και στον υποβολιμαίο εντυπωσιασμό των αφελών (βλ. «Νέα Δημοκρατία», «Δημοκρατική Συμπαράταξη», «Πολιτική Ανοιξη» κ.ά.). Εφευρίσκουν οι διαφημιστές το «πιασάρικο» όνομα και στη συνέχεια οι ενδιαφερόμενοι προσπαθούν να γεμίσουν το νοηματικό κενό με «ευρήματα» αφηρημένων και συχνά αλληλοαναιρούμενων εννοιών – «κοινωνικός φιλελευθερισμός», «δημοκρατικός σοσιαλισμός», «κεντροδεξιά», «κεντροαριστερά» και ανάλογες πομφόλυγες αοριστολογίας.
Η εδραιωμένη αξιολογική αποτίμηση των πολιτικών από τους πολίτες συνοψίζεται στον αφορισμό: «όλοι ίδιοι είναι». Μάλλον άδικος ο αφορισμός, επειδή αναφέρεται σε πρόσωπα. Ισχύει όμως απολύτως και αποδεδειγμένα για τα κόμματα: ναι, «όλα ίδια είναι». Ψηλαφήσαμε την ολοκληρωτική εξομοίωση «πράσινου» και «γαλάζιου» ΠΑΣΟΚ, τους υποστήκαμε να συγκυβερνάνε – μαζί και ο «ερυθρός» Κουβέλης. Ζήσαμε και τους «ριζοσπάστες» του Τσίπρα να τους μεταβάλλει η Κίρκη των «Αγορών» σε ευπειθέστατους διεκπεραιωτές των εντολών της, να απεμπολούν «αρχές» και «παντιέρες» τους, έρμαια αδιάντροπης εξουσιολαγνείας.
Λογικά αλλά και έμπρακτα: τα κόμματα «όλα ίδια είναι» – ίδιες πολιτικές, ίδιος αμοραλισμός, ίδια νοσηρή εξουσιολαγνεία. Αν κάποιοι κομματικοί δίνουν την εντύπωση «σοβαρών ανθρώπων», πρόβλημα έχουμε οι δέκτες της εντύπωσης. Να συνειδητοποιήσουμε επιτέλους οι ψηφοφόροι ότι με τα υπάρχοντα σήμερα κόμματα, όλα, πολιτική ελπίδα δεν υπάρχει. Ας ξεκαθαρίσουμε στην κρίση μας τα γνωρίσματα του «σοβαρού ανθρώπου»