Τήβεννος αντί λόγχης
Τήβεννος αντί λόγχης
Tου Σταυρου Λυγερου / lygeros@kathimerini.gr
Αυτή την φορά η αφορμή είναι η άρση της απαγόρευσης στις φοιτήτριες να φοράνε μαντίλα στα πανεπιστήμια. Χωρίς να υποτιμάται το συμβολικό φορτίο, είναι σαφές ότι η στρατογραφειοκρατία επιχειρεί να πάρει ρεβάνς μετά τις αλλεπάλληλες νίκες των μετριοπαθών ισλαμιστών του Ταγίπ Ερντογάν. Αυτό το νόημα έχει η προσφυγή του μεγαλοεισαγγελέα προς το (ελεγχόμενο από τους κεμαλιστές) Συνταγματικό Δικαστήριο.
Ο εισαγγελέας ζητάει να τεθεί εκτός νόμου το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης κι Ανάπτυξης και να απαγορευθεί η συμμετοχή στην πολιτική ζωή των ανωτάτων στελεχών του (μεταξύ αυτών του Προέδρου της Δημοκρατίας και του πρωθυπουργού)! Μπορεί σ’ έναν δυτικό να φαίνεται αδιανόητο, αλλά η υποψήφια προς ένταξη Τουρκία έχει παράδοση και σε στρατιωτικά και σε δικαστικά πραξικοπήματα.
Το 2002, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης κέρδισε την κυβέρνηση, αλλά όχι ακέραιη την εξουσία. Τότε, οι πασάδες είχαν αποφύγει την επέμβαση, λόγω του εκρηκτικού πολιτικοκοινωνικού κλίματος, που είχε προκαλέσει η οξύτατη οικονομική κρίση του 2001. Μετά την άνοδο του πολιτικού Ισλάμ στην κυβέρνηση, στην Τουρκία διαμορφώθηκε ένα είδος δυαδικής εξουσίας. Οι κεμαλιστές ανέχθηκαν την κυβέρνηση Ερντογάν, ελπίζοντας ότι θα είναι μια παρένθεση.
Τους διέψευσε το εντυπωσιακό εκλογικό άλμα από το 34% του 2002 στο 47% της 22ας Ιουλίου 2007, η εκλογή Γκιουλ στην Προεδρία και η υπερψήφιση των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων. Η θέση του Ταγίπ Ερντογάν είναι αναμφισβήτητα ποιοτικά ενισχυμένη. Η δυναμική των εξελίξεων τον έχει μετατρέψει σε μοχλό δημοκρατικής ανατροπής.
Ο πόλεμος φθοράς και οι καθεστωτικές μεθοδεύσεις τελικώς αντί να φθείρουν φούσκωσαν τα εκλογικά πανιά των μετριοπαθών ισλαμιστών. Εδειξαν ότι το διακύβευμα της αντιπαράθεσης δεν είναι η διατήρηση ή η κατάργηση του κοσμικού κράτους, όπως ισχυρίζεται η στρατογραφειοκρατία. Είναι το εάν η Τουρκία θα παραμείνει εγκλωβισμένη στο πλαίσιο του μετακεμαλικού καθεστώτος, ή αντιθέτως θα χειραφετηθεί από την κηδεμονία των στρατηγών.
Η κυβέρνηση Ερντογάν έχει να επιδείξει ένα σημαντικό έργο. Εθεσε σε τροχιά ανάπτυξης την οικονομία και υποστήριξε τις λαϊκές τάξεις. Ταυτοχρόνως, ύψωσε τη σημαία του ευρωπαϊκού προσανατολισμού και τον χρησιμοποιεί σαν εμβρυουλκό για να επιβάλλει σειρά μεταρρυθμίσεων και να εξουδετερώσει πολιτικά τη στρατογραφειοκρατία. Μ’ όλα αυτά και με τη μετριοπάθειά της κατάφερε να πείσει μεγάλα τμήματα των μεσοστρωμάτων και της επιχειρηματικής τάξης ότι όχι μόνο δεν απειλεί το κοσμικό κράτος, αλλά κι ότι αποτελεί παράγοντα ανανέωσης και εξευρωπαϊσμού του.
Οι στρατηγοί απείλησαν, αλλά δεν έκαναν πραξικόπημα. Δεν έχουν πειστικό πρόσχημα. Η Τουρκία βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση από το 2002, όταν ανέλαβε την διακυβέρνηση το πολιτικό Ισλάμ. Το μόνο που έχει απομείνει στους κεμαλιστές είναι να κατηγορούν την κυβέρνηση Ερντογάν ότι μεθοδεύει την υπονόμευση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους. Εξ ου και η υστερία για τη μαντίλα. Η κατηγορία αυτή, όμως, δεν είναι πειστική. Με άλλα λόγια, ένα στρατιωτικό πραξικόπημα δεν μπορεί να φανεί ούτε σαν διορθωτική παρέμβαση, ούτε σαν αποκατάσταση της ενότητας του έθνους, όπως θα ήθελε το Γενικό Επιτελείο.
Tου Σταυρου Λυγερου / lygeros@kathimerini.gr
Αυτή την φορά η αφορμή είναι η άρση της απαγόρευσης στις φοιτήτριες να φοράνε μαντίλα στα πανεπιστήμια. Χωρίς να υποτιμάται το συμβολικό φορτίο, είναι σαφές ότι η στρατογραφειοκρατία επιχειρεί να πάρει ρεβάνς μετά τις αλλεπάλληλες νίκες των μετριοπαθών ισλαμιστών του Ταγίπ Ερντογάν. Αυτό το νόημα έχει η προσφυγή του μεγαλοεισαγγελέα προς το (ελεγχόμενο από τους κεμαλιστές) Συνταγματικό Δικαστήριο.
Ο εισαγγελέας ζητάει να τεθεί εκτός νόμου το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης κι Ανάπτυξης και να απαγορευθεί η συμμετοχή στην πολιτική ζωή των ανωτάτων στελεχών του (μεταξύ αυτών του Προέδρου της Δημοκρατίας και του πρωθυπουργού)! Μπορεί σ’ έναν δυτικό να φαίνεται αδιανόητο, αλλά η υποψήφια προς ένταξη Τουρκία έχει παράδοση και σε στρατιωτικά και σε δικαστικά πραξικοπήματα.
Το 2002, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης κέρδισε την κυβέρνηση, αλλά όχι ακέραιη την εξουσία. Τότε, οι πασάδες είχαν αποφύγει την επέμβαση, λόγω του εκρηκτικού πολιτικοκοινωνικού κλίματος, που είχε προκαλέσει η οξύτατη οικονομική κρίση του 2001. Μετά την άνοδο του πολιτικού Ισλάμ στην κυβέρνηση, στην Τουρκία διαμορφώθηκε ένα είδος δυαδικής εξουσίας. Οι κεμαλιστές ανέχθηκαν την κυβέρνηση Ερντογάν, ελπίζοντας ότι θα είναι μια παρένθεση.
Τους διέψευσε το εντυπωσιακό εκλογικό άλμα από το 34% του 2002 στο 47% της 22ας Ιουλίου 2007, η εκλογή Γκιουλ στην Προεδρία και η υπερψήφιση των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων. Η θέση του Ταγίπ Ερντογάν είναι αναμφισβήτητα ποιοτικά ενισχυμένη. Η δυναμική των εξελίξεων τον έχει μετατρέψει σε μοχλό δημοκρατικής ανατροπής.
Ο πόλεμος φθοράς και οι καθεστωτικές μεθοδεύσεις τελικώς αντί να φθείρουν φούσκωσαν τα εκλογικά πανιά των μετριοπαθών ισλαμιστών. Εδειξαν ότι το διακύβευμα της αντιπαράθεσης δεν είναι η διατήρηση ή η κατάργηση του κοσμικού κράτους, όπως ισχυρίζεται η στρατογραφειοκρατία. Είναι το εάν η Τουρκία θα παραμείνει εγκλωβισμένη στο πλαίσιο του μετακεμαλικού καθεστώτος, ή αντιθέτως θα χειραφετηθεί από την κηδεμονία των στρατηγών.
Η κυβέρνηση Ερντογάν έχει να επιδείξει ένα σημαντικό έργο. Εθεσε σε τροχιά ανάπτυξης την οικονομία και υποστήριξε τις λαϊκές τάξεις. Ταυτοχρόνως, ύψωσε τη σημαία του ευρωπαϊκού προσανατολισμού και τον χρησιμοποιεί σαν εμβρυουλκό για να επιβάλλει σειρά μεταρρυθμίσεων και να εξουδετερώσει πολιτικά τη στρατογραφειοκρατία. Μ’ όλα αυτά και με τη μετριοπάθειά της κατάφερε να πείσει μεγάλα τμήματα των μεσοστρωμάτων και της επιχειρηματικής τάξης ότι όχι μόνο δεν απειλεί το κοσμικό κράτος, αλλά κι ότι αποτελεί παράγοντα ανανέωσης και εξευρωπαϊσμού του.
Οι στρατηγοί απείλησαν, αλλά δεν έκαναν πραξικόπημα. Δεν έχουν πειστικό πρόσχημα. Η Τουρκία βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση από το 2002, όταν ανέλαβε την διακυβέρνηση το πολιτικό Ισλάμ. Το μόνο που έχει απομείνει στους κεμαλιστές είναι να κατηγορούν την κυβέρνηση Ερντογάν ότι μεθοδεύει την υπονόμευση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους. Εξ ου και η υστερία για τη μαντίλα. Η κατηγορία αυτή, όμως, δεν είναι πειστική. Με άλλα λόγια, ένα στρατιωτικό πραξικόπημα δεν μπορεί να φανεί ούτε σαν διορθωτική παρέμβαση, ούτε σαν αποκατάσταση της ενότητας του έθνους, όπως θα ήθελε το Γενικό Επιτελείο.
Comments