ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Αφηγησεις: Ο διανοούμενος πολιτικός που άλλαξε κόμματα αλλά όχι θέσεις

Tου Νικου Νικολαου

Το μεσημέρι της 10ης Μαΐου 1978, ο υπουργός Οικονομικών Γιάννης Μπούτος με πήρε στο τηλέφωνο και μου ζήτησε να πάω αμέσως στο γραφείο του στην Καραγεώργη Σερβίας. Από τον τόνο της φωνής του που ήταν οργισμένη, κατάλαβα ότι «η φωτιά» που το πρωί είχε κυκλώσει το υπουργείο Συντονισμού στο Σύνταγμα είχε λοξοδρομήσει και στην οδό Καραγεώργη Σερβίας. Πράγματι, το πρωί της ίδιας μέρας, ο Γεώργιος Ράλλης με πίκρα μού είχε πει ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής του ζήτησε να «αδειάσει» το υπουργείο Συντονισμού για να έλθει ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Και ο μεν Ράλλης, αφοσιωμένος στον Καραμανλή, περιορίσθηκε στην πικρία του, ο Γιάννης Μπούτος όμως έγινε έξαλλος όταν ο πρωθυπουργός τον κάλεσε στο γραφείο του στη Βουλή και του ζήτησε να πάει στο υπουργείο Γεωργίας για να έλθει στη θέση του ως υπουργός Οικονομικών ο Αθανάσιος Κανελλόπουλος. Μιλούσε για αγνωμοσύνη του Καραμανλή και για βάρβαρη συμπεριφορά. «Τον Παπαληγούρα, μου είπε, με αυτή τη βαρβαρότητα και σκληρότητα τον εξόντωσε και αρρώστησε. Ο Παναγής ήταν ένας ευπρεπής διανοούμενος που δεν άντεχε σε αγροίκες συμπεριφορές».

Θυμωμένος ο Μπούτος με πήρε μαζί του στο υπουργικό αυτοκίνητο να πάμε σπίτι, επαναλαμβάνοντας ότι θα παραιτηθεί. Ευτυχώς, στο αυτοκίνητο μπήκε και ο σύγαμπρός του κ. Ραφαήλ Μωυσής, διοικητής τότε της ΔΕΗ, ο οποίος τον ηρέμησε και με επιχειρήματα τον έπεισε να δεχθεί μεν το υπουργείο Γεωργίας, αλλά να αξιώσει από τον Καραμανλή σε αντιστάθμισμα να είναι μέλος της Κυβερνητικής Επιτροπής που έπαιρνε τις σημαντικές αποφάσεις. Ο Μπούτος απεδέχθη τελικά τη συμβουλή επέστρεψε στο πολιτικό γραφείο, μίλησε με τον Καραμανλή και πήγε στο υπουργείο Γεωργίας. Ευτυχώς, γιατί ήταν η περίοδος των δύσκολων διαπραγματεύσεων για την ένταξή μας στην ΕΟΚ και ο Μπούτος με τις ικανότητες και την ευφυΐα του δημιούργησε αμέσως μια Γενική Διεύθυνση για θέματα ΕΟΚ υπό τον κ. Αγγελο Ζαχαρόπουλο, η οποία έφερε εις πέρας τις διαπραγματεύσεις που κατέληξαν σε ρυθμίσεις ευνοϊκές για τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα.

Εδώ να κάνω μια παρένθεση για να πληροφορήσω τους αναγνώστες ότι αυτή η σκληρή μεταχείριση πιστών συνεργατών από τον Καραμανλή, υπαγορεύθηκε από καθαρά πολιτικά κριτήρια. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, μετά την υποχώρηση της εκλογικής δύναμης της Νέας Δημοκρατίας το 1977, αποφάσισε να πάει στην Προεδρία της Δημοκρατίας για την οποία όμως χρειάζονταν 180 ψήφοι, ενώ οι έδρες της Ν.Δ. μετά τις εκλογές στις 20/11/1977 ήταν μόνο 171. Οι απαιτούμενες επιπλέον 9 απεκτήθησαν με τη λεγόμενη «διεύρυνση», δηλαδή την προσχώρηση στη Νέα Δημοκρατία βουλευτών της ΕΔΗΚ (Ενωση Δημοκρατικού Κέντρου) του Γεωργίου Μαύρου και του κόμματος των Νεοφιλελευθέρων. Το αντίτιμο της διεύρυνσης ήταν η παραχώρηση του υπουργείου Συντονισμού στον κ. Κων. Μητσοτάκη και του υπουργείου Οικονομικών στον Αθαν. Κανελλόπουλο.

Μνημόνιο

Αυτή ήταν η πρώτη δύσκολη στιγμή για τον Μπούτο, που την ξεπέρασε παλικαρίσια. Η δεύτερη, που κι αυτή την έζησα από κοντά ήταν το φθινόπωρο του 1980 όταν πια πρωθυπουργός ήταν ο Γεώργιος Ράλλης και ο Μεσσήνιος πολιτικός είχε αναλάβει το υπουργείο Συντονισμού, ενώ ο κ. Κων. Μητσοτάκης είχε το χαρτοφυλάκιο του υπουργού Εξωτερικών. Από την προηγούμενη θέση του στο υπουργείο Συντονισμού, ο κ. Μητσοτάκης είχε αρχίσει διαπραγματεύσεις με το βρετανικό Δημόσιο και είχε υπογράψει και ένα μνημόνιο βάσει το οποίου βρετανικός οίκος θα εγκαθιστούσε στη Μακρόνησο μεγάλη λιθανθρακική μονάδα παραγωγής ρεύματος. Η προμήθεια θα γινόταν με απευθείας ανάθεση της ΔΕΗ στον βρετανικό οίκο, ο οποίος θα εξασφάλιζε και τον εφοδιασμό της μονάδας με βρετανικό λιθάνθρακα. Ο Μπούτος ενημερώθηκε από τον κ. Ραφαήλ Μωυσή ότι, παρότι στο μνημόνιο προβλεπόταν ανταγωνιστική προσφορά, οι όροι της συγκεκριμένης βρετανικής πρότασης δεν ήταν ανταγωνιστικοί, αλλά ακριβοί και ασύμφοροι. Ο Μπούτος ενημέρωσε τον Ράλλη και είπε όχι στους Βρετανούς, και από τότε χρονολογείται και η βεντέτα του με τον Μητσοτάκη.

Η άρνηση του Μπούτου προκάλεσε σάλο στο Λονδίνο και η πρωθυπουργός της Βρετανίας, η σιδηρά κυρία Μάργκαρετ Θάτσερ ήλθε εσπευσμένα στην Αθήνα, όπου συναντήθηκε διαδοχικά με Ράλλη, Μητσοτάκη και Μπούτο, ασκώντας αφόρητη διπλωματική πίεση. Η απάντηση του Μπούτου ήταν κατηγορηματική. «Δεν μπορώ να βάλω την υπογραφή μου σε μια σύμβαση ασύμφορη για τη χώρα μου» και συνόδευσε την κ. Θάτσερ στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, η οποία «κατάψυχρη», του είπε: «Φεύγω απογοητευμένη κ. υπουργέ»!

Τον Μπούτο τον είχα γνωρίσει για πρώτη φορά στην περίοδο 1961 - 1963 όταν ήταν βουλευτής Μεσσηνίας της ΕΡΕ και υφυπουργός Συντονισμού στις κυβερνήσεις Καραμανλή και μετά Κανελλοπούλου. Εγώ τότε δούλευα σαν δημοσιογράφος στην «Αυγή» και πρέπει να πω ότι όλη η τότε Αριστερά, δηλαδή η ΕΔΑ, εκτιμούσε ιδιαίτερα τον Γιάννη Μπούτο. Διότι παρότι τον πατέρα του Περικλή Μπούτο (βουλευτή των Φιλελευθέρων) τον είχαν σκοτώσει οι ΕΛΑασίτες το 1945, ο νεαρός Γιάννης, βουλευτής από το 1950 των Φιλελεύθερων στην ελληνική Βουλή, είχε ενταφιάσει το κλίμα του μίσους και του διχασμού και είχε ανοιχτό διάλογο με όλες τις πολιτικές πτέρυγες στη Βουλή και φυσικά και με την ΕΔΑ.

Ο Γιάννης Μπούτος είχε ταχύτατη σκέψη, μεγάλη ευχέρεια σε αριθμητικούς υπολογισμούς, επιστημονική κατάρτιση, βαθιά γνώση Ιστορίας και ιδιαίτερα πολιτικής ιστορίας, κρίση πολιτικού αλλά και γνώση της «πιάτσας». Η υπεροχή της διανόησής του σε σύγκριση με το σύνολο σχεδόν των συγχρόνων του πολιτικών ήταν συντριπτική σε βαθμό που ο ίδιος δεν μπορούσε να την «δαμάσει», ώστε να συμπεριφέρεται με διαλλακτικότητα και μετριοπάθεια. Αποτέλεσμα ήταν να θεωρείται γενικά απότομος και δύσκολου χαρακτήρα. Ιδιαίτερα δυνατός ήταν ο Γιάννης στην κατανόηση των όρων με τους οποίους κινείται η διεθνής χρηματαγορά, πράγμα που του έδωσε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει με ψυχραιμία και αποφασιστικότητα έντονες κερδοσκοπικές επιθέσεις εναντίον της δραχμής δύο φορές στην καριέρα του, ως υπουργός Συντονισμού την πρώτη και ως διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος τη δεύτερη.

Κερδοσκοπία

Την πρώτη φορά, το 1980, επί κυβερνήσεως Ράλλη, κύριο αίτιο της κρίσης ήταν ο πληθωρισμός που κάλπαζε και η κερδοσκοπία των εισαγωγέων που προέβαιναν σε αθρόες εισαγωγές προϊόντων και αγαθών από το εξωτερικό, αποσύροντας καταθέσεις από το τραπεζικό σύστημα. Η αντιμετώπιση από τον Μπούτο είχε δύο άξονες: αύξηση των επιτοκίων από 16% - 17% σε 23% και ταυτόχρονα εγγύηση μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου του 1980 σταθερής ισοτιμίας 41 δραχμών προς ένα δολάριο. Ο συνδυασμός αυτών των δύο μέτρων έφερε τα αποτελέσματα τα οποία προσδοκούσε.

Ο χειρισμός της δεύτερης κρίσης ήταν πιο δύσκολος και παρακινδυνευμένος. Βασικά αίτια της κρίσης του Μαΐου το 1994 ήταν η διαφορά μεταξύ του ύψους των επιτοκίων των ομολόγων του Δημοσίου (γύρω στο 22%) και των επιτοκίων που ίσχυαν διεθνώς για δανεισμό σε ξένο συνάλλαγμα (γύρω στο 7% - 7,5%). Αυτό επέτρεπε στους κερδοσκόπους να δανείζονται σε ECU, να τα μετατρέπουν σε δραχμές και σε ομόλογα του Δημοσίου και έτσι να απολαμβάνουν ένα περιθώριο 15%, το οποίο τους κάλυπτε και από ενδεχόμενη υποτίμηση της δραχμής. Πρόσθετος παράγων που ευνοούσε κερδοσκοπικές συναλλαγές ήταν η επικείμενη απελευθέρωση της διακίνησης κεφαλαίων στις χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Πολλοί υποστήριζαν την αναβολή της ημερομηνίας απελευθέρωσης στην κίνηση των κεφαλαίων, πράγμα που στο παρελθόν η Ελλάς επανειλημμένα είχε ζητήσει και τη δραστική μείωση των επιτοκίων. Ο Μπούτος έκανε ακριβώς το αντίθετο: όχι μόνο δεν ζήτησε αναβολή, αλλά αποφάσισε να επισπεύσει την ημερομηνία απελευθέρωσης ώστε «να πιάσουμε τους κερδοσκόπους με τα παντελόνια κατεβασμένα», όπως ο ίδιος έγραψε. Παράλληλα, υποστηρίζοντας ότι «το μόνο όπλο το οποίο έχεις για να στηρίξεις το νόμισμά σου είναι τα επιτόκια και μόνο τα επιτόκια» προχώρησε σε μεγάλη αύξηση των επιτοκίων με το ιδιαίτερα έξυπνο τέχνασμα (για την ιδέα πίστωνε τον σημερινό υποδιοικητή Νίκο Παλαιοκρασσά). Αντί να καθορίσει υψηλό ετήσιο επιτόκιο δανεισμού, καθόρισε σύνθετο τόκο 0,4% την ημέρα, πράγμα το οποίο έδιδε σε εκείνους οι οποίοι πουλούσαν δραχμές τη δυνατότητα να αντιστρέψουν τη θέση τους με μικρές απώλειες, όταν θα έβλεπαν ότι η Τράπεζα της Ελλάδος ήταν αποφασισμένη να στηρίξει τη δραχμή αντί πάσης θυσίας. Επειτα από αγωνία 4 - 5 ημερών, σταμάτησε η εκροή και άρχισε η επανάκαμψη συναλλάγματος και μάλιστα επέστρεψε περισσότερο συνάλλαγμα απ’ όσο είχε φύγει.

Ισως εδώ πρέπει να θυμίσω πως ο Μπούτος έγινε διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου του 1993 που τις κέρδισε το ΠΑΣΟΚ. Ο Γιάννης Μπούτος, που είχε βεντέτα με τον Μητσοτάκη, όταν ο τελευταίος διεδέχθη τον Αβέρωφ στην ηγεσία της Ν.Δ., κατέθεσε στη Βουλή δήλωση ανεξαρτητοποίησης το 1984. Το 1988 ως ανεξάρτητος βουλευτής έπαιξε σημαντικό ρόλο συμβάλλοντας στην αποτροπή πολέμου Ελλάδος - Τουρκίας. Ηταν η εποχή που το Σισμίκ έκανε έρευνες για δήθεν εντοπισμό πετρελαίου στο Αιγαίο και το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήριζε το γεγονός casus belli. Ο Μπούτος είχε καλή σχέση με τον εδώ Τούρκο πρέσβη Aciman και ταξίδεψε στην Αγκυρα όπου είχε λεπτές συνομιλίες με Τούρκους παράγοντες. Συνέβαλε στο να πέσουν οι τόνοι και τα φιλοπόλεμα κηρύγματα και ο Ανδρέας Παπανδρέου, εκτιμώντας τη συμβολή του στα εθνικά θέματα, του πρόσφερε θέση στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ στις δεύτερες εκλογές του 1989. Στις επόμενες εκλογές του Οκτωβρίου 1993, ο Ανδρέας του έδωσε τη διοίκηση της Τραπέζης της Ελλάδος, στην οποία έμεινε πάνω από ένα χρόνο.

Ηταν όντως ένας δύσκολος χαρακτήρας, αλλά κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τις ικανότητες, τη μόρφωση (είχε πτυχίο Οικονομικών των LSE) και τη δημιουργική πολιτική ζωή που διένυσε.

Comments

Popular posts from this blog

Utah Mormons, Protestants finding new spiritual home in ancient Orthodox church

επιλογές .....κεφαλονίτικα ανέκδοτα

EU appreciates Iran's new tone