Μύθοι και συντάξεις /καθημερινή
Μύθοι και συντάξεις
Του Γιωργου Γεραπετριτη - Επίκουρος καθηγητής Νομικής Αθηνών
Η επιχειρούμενη κυβερνητική παρέμβαση στο ασφαλιστικό, με αιχμή του δόρατος την περιστολή του ευεργετήματος πρόωρης συνταξιοδότησης των γυναικών, εξελίσσεται σε ένα περιβάλλον που ακροβατεί ανάμεσα στην κοινωνική διέγερση και τον πολιτικό φανατισμό με αποτέλεσμα το ζήτημα να στοιχειώνεται από μια σειρά βολικών μύθων.
Μύθος πρώτος: Η υποβάθμιση των συνταξιοδοτικών και κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων κατηγοριών πολιτών παραβιάζει ένα «κοινωνικό κεκτημένο» που, εκτός από τον πολιτικό του χαρακτήρα, απορρέει ερμηνευτικά από το Σύνταγμα. Ομως, η άσκηση κοινωνικής πολιτικής έχει τέτοια ποιοτικά χαρακτηριστικά που δύσκολα μπορεί να θεμελιώσει συνταγματικό κεκτημένο. Και αυτό διότι το ισοζύγιο ανάμεσα στον οικονομικό φιλελευθερισμό και το κοινωνικό κράτος, με σημείο τομής βεβαίως την έκταση της φορολογικής υποχρέωσης των πολιτών, συνιστά διαχρονικά μείζον πολιτικό διακύβευμα. Η κοινωνική πολιτική συνεπώς λειτουργεί δομικά ως βασικό στοιχείο, αν όχι βαρόμετρο, του δημοκρατικού παιχνιδιού, με όριο όχι το κοινωνικό κεκτημένο αλλά ένα κοινωνικό ελάχιστο.
Μύθος δεύτερος: Το Σύνταγμα επιτρέπει καθ' ολοκληρίαν την ενίσχυση κοινωνικών κατηγοριών οι οποίες λόγω παρελθουσών σε βάρος τους ανισοτήτων χρειάζονται θεσμική ώθηση. Εντούτοις, η ευχέρεια του νομοθέτη να ενεργοποιεί μηχανισμούς κοινωνικής εξισορρόπησης δεν του προσδίδει λευκή επιταγή για την εδραίωση ανισοτήτων. Η πρόωρη συνταξιοδότηση των γυναικών ούτε κατάλληλο μέτρο είναι για να ενισχύσει τις γυναίκες στον εργασιακό χώρο ούτε και αναγκαίο αφού υπάρχει μια σειρά άλλων λιγότερο επαχθών παρεμβάσεων οι οποίες θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η επέκταση των εργασιακών αδειών που συνδέονται με τη γέννηση και ανατροφή των τέκνων, οι οποίες σήμερα στον ιδιωτικό τομέα είναι συρρικνωμένες πέρα από οποιαδήποτε λογική, η δημιουργία ολοήμερων κέντρων προσχολικής και σχολικής αγωγής χωρίς τίμημα ή με συμβολικό τίμημα, η σοβαρή οικονομική ενίσχυση με τη μορφή γονικών επιδομάτων, η συστηματική καταπολέμηση εργασιακών διακρίσεων σε βάρος των γυναικών, ιδίως σε σχέση με την πρόσληψη και εξέλιξή τους λόγω της αρνητικής προδιάθεσης των εργοδοτών ακριβώς λόγω των μητρικών ή εν δυνάμει μητρικών υποχρεώσεων, είναι μέτρα πρόσφορα και αναγκαία που συνδέονται αιτιωδώς με το φαινόμενο της εργασιακής ανισότητας. Για την πρόωρη συνταξιοδότηση ισχύει το ακριβώς αντίθετο, δεδομένου μάλιστα ότι στα 50 ή 55 χρόνια της η γυναίκα έχει ήδη επωμισθεί το μεγαλύτερο βάρος της ανατροφής των παιδιών της και η αποζημιωτικού χαρακτήρα ευεργεσία της πολιτείας είναι αλυσιτελής.
Μύθος τρίτος: Η πρόωρη συνταξιοδότηση είναι επιβεβλημένη ως μέτρο κοινωνικής αλληλεγγύης υπέρ μίας κοινωνικά ευαίσθητης κατηγορίας. Η πρόταση τεκμαίρει ότι η πρόωρη συνταξιοδότηση ωφελεί τις γυναίκες συνολικά, αν και στην πραγματικότητα, ενόσω προδήλως ευνοεί όσες γυναίκες υπάγονται στην ευερετική ρύθμιση, ζημιώνει λόγω της αναγκαίας αύξησης των ασφαλιστικών εισφορών τις γυναίκες που δεν απολαμβάνουν το σχετικό προνόμιο, όπως βεβαίως και το σύνολο των ανδρών εκ των οποίων ορισμένοι μπορεί εξίσου να επωμίζονται οικογενειακά βάρη. Περαιτέρω, ερείδεται στον συλλογισμό ότι οι εργαζόμενες γυναίκες αποτελούν εργασιακή κατηγορία που χρειάζεται θεσμική ενίσχυση. Ομως οι γυναίκες δεν χρειάζονται ειδική μέριμνα επειδή εργάζονται, αλλά επειδή υφίστανται εργοδοτική καχυποψία και επωμίζονται πολλαπλά βάρη. Η λανθάνουσα ιδέα περί εργασιακά ευάλωτης κατηγορίας συνιστά ανεπίτρεπτο διαχωρισμό, ο οποίος μπορεί να κομίζει συγκυριακά οφέλη, δημιουργεί όμως δευτερεύουσες αδικίες σε βάρος των γυναικών διαιωνίζοντας ένα ανεπίτρεπτο στερεότυπο εργασιακής ανάγκης.
Μύθος τέταρτος (και πιο σημαντικός): Το κράτος ασφαλίζει και συνταξιοδοτεί τους πολίτες του. Αν και το κράτος είναι βεβαίως φορέας της σχετικής υποχρέωσης, οι απαιτούμενοι πόροι διασφαλίζονται μέσω των εισφορών και, ενδεχομένως, της φορολογίας. Το δε κράτος έχει υποχρέωση να εγγυηθεί ένα βιώσιμο σύστημα ασφάλισης, αλλά και καθήκον εμπιστοσύνης έναντι των πολιτών για τη διαχείριση των πόρων τους. Η ισορροπία ανάμεσα στα δύο θα πρέπει να αναζητείται στη θεραπεία των κοινωνικών παθολογιών, όπως είναι οι δυσμενείς συνθήκες εργασίας των γυναικών, και όχι στην απόδοση αναίτιων ευεργετημάτων, όπως είναι η πρόωρη συνταξιοδότηση. Διαφορετικά δεν πρόκειται για κοινωνικές παροχές, αλλά για μια απρόσφορη επιχείρηση απενοχοποίησης του κράτους προς τις πραγματικές του υποχρεώσεις.
Του Γιωργου Γεραπετριτη - Επίκουρος καθηγητής Νομικής Αθηνών
Η επιχειρούμενη κυβερνητική παρέμβαση στο ασφαλιστικό, με αιχμή του δόρατος την περιστολή του ευεργετήματος πρόωρης συνταξιοδότησης των γυναικών, εξελίσσεται σε ένα περιβάλλον που ακροβατεί ανάμεσα στην κοινωνική διέγερση και τον πολιτικό φανατισμό με αποτέλεσμα το ζήτημα να στοιχειώνεται από μια σειρά βολικών μύθων.
Μύθος πρώτος: Η υποβάθμιση των συνταξιοδοτικών και κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων κατηγοριών πολιτών παραβιάζει ένα «κοινωνικό κεκτημένο» που, εκτός από τον πολιτικό του χαρακτήρα, απορρέει ερμηνευτικά από το Σύνταγμα. Ομως, η άσκηση κοινωνικής πολιτικής έχει τέτοια ποιοτικά χαρακτηριστικά που δύσκολα μπορεί να θεμελιώσει συνταγματικό κεκτημένο. Και αυτό διότι το ισοζύγιο ανάμεσα στον οικονομικό φιλελευθερισμό και το κοινωνικό κράτος, με σημείο τομής βεβαίως την έκταση της φορολογικής υποχρέωσης των πολιτών, συνιστά διαχρονικά μείζον πολιτικό διακύβευμα. Η κοινωνική πολιτική συνεπώς λειτουργεί δομικά ως βασικό στοιχείο, αν όχι βαρόμετρο, του δημοκρατικού παιχνιδιού, με όριο όχι το κοινωνικό κεκτημένο αλλά ένα κοινωνικό ελάχιστο.
Μύθος δεύτερος: Το Σύνταγμα επιτρέπει καθ' ολοκληρίαν την ενίσχυση κοινωνικών κατηγοριών οι οποίες λόγω παρελθουσών σε βάρος τους ανισοτήτων χρειάζονται θεσμική ώθηση. Εντούτοις, η ευχέρεια του νομοθέτη να ενεργοποιεί μηχανισμούς κοινωνικής εξισορρόπησης δεν του προσδίδει λευκή επιταγή για την εδραίωση ανισοτήτων. Η πρόωρη συνταξιοδότηση των γυναικών ούτε κατάλληλο μέτρο είναι για να ενισχύσει τις γυναίκες στον εργασιακό χώρο ούτε και αναγκαίο αφού υπάρχει μια σειρά άλλων λιγότερο επαχθών παρεμβάσεων οι οποίες θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η επέκταση των εργασιακών αδειών που συνδέονται με τη γέννηση και ανατροφή των τέκνων, οι οποίες σήμερα στον ιδιωτικό τομέα είναι συρρικνωμένες πέρα από οποιαδήποτε λογική, η δημιουργία ολοήμερων κέντρων προσχολικής και σχολικής αγωγής χωρίς τίμημα ή με συμβολικό τίμημα, η σοβαρή οικονομική ενίσχυση με τη μορφή γονικών επιδομάτων, η συστηματική καταπολέμηση εργασιακών διακρίσεων σε βάρος των γυναικών, ιδίως σε σχέση με την πρόσληψη και εξέλιξή τους λόγω της αρνητικής προδιάθεσης των εργοδοτών ακριβώς λόγω των μητρικών ή εν δυνάμει μητρικών υποχρεώσεων, είναι μέτρα πρόσφορα και αναγκαία που συνδέονται αιτιωδώς με το φαινόμενο της εργασιακής ανισότητας. Για την πρόωρη συνταξιοδότηση ισχύει το ακριβώς αντίθετο, δεδομένου μάλιστα ότι στα 50 ή 55 χρόνια της η γυναίκα έχει ήδη επωμισθεί το μεγαλύτερο βάρος της ανατροφής των παιδιών της και η αποζημιωτικού χαρακτήρα ευεργεσία της πολιτείας είναι αλυσιτελής.
Μύθος τρίτος: Η πρόωρη συνταξιοδότηση είναι επιβεβλημένη ως μέτρο κοινωνικής αλληλεγγύης υπέρ μίας κοινωνικά ευαίσθητης κατηγορίας. Η πρόταση τεκμαίρει ότι η πρόωρη συνταξιοδότηση ωφελεί τις γυναίκες συνολικά, αν και στην πραγματικότητα, ενόσω προδήλως ευνοεί όσες γυναίκες υπάγονται στην ευερετική ρύθμιση, ζημιώνει λόγω της αναγκαίας αύξησης των ασφαλιστικών εισφορών τις γυναίκες που δεν απολαμβάνουν το σχετικό προνόμιο, όπως βεβαίως και το σύνολο των ανδρών εκ των οποίων ορισμένοι μπορεί εξίσου να επωμίζονται οικογενειακά βάρη. Περαιτέρω, ερείδεται στον συλλογισμό ότι οι εργαζόμενες γυναίκες αποτελούν εργασιακή κατηγορία που χρειάζεται θεσμική ενίσχυση. Ομως οι γυναίκες δεν χρειάζονται ειδική μέριμνα επειδή εργάζονται, αλλά επειδή υφίστανται εργοδοτική καχυποψία και επωμίζονται πολλαπλά βάρη. Η λανθάνουσα ιδέα περί εργασιακά ευάλωτης κατηγορίας συνιστά ανεπίτρεπτο διαχωρισμό, ο οποίος μπορεί να κομίζει συγκυριακά οφέλη, δημιουργεί όμως δευτερεύουσες αδικίες σε βάρος των γυναικών διαιωνίζοντας ένα ανεπίτρεπτο στερεότυπο εργασιακής ανάγκης.
Μύθος τέταρτος (και πιο σημαντικός): Το κράτος ασφαλίζει και συνταξιοδοτεί τους πολίτες του. Αν και το κράτος είναι βεβαίως φορέας της σχετικής υποχρέωσης, οι απαιτούμενοι πόροι διασφαλίζονται μέσω των εισφορών και, ενδεχομένως, της φορολογίας. Το δε κράτος έχει υποχρέωση να εγγυηθεί ένα βιώσιμο σύστημα ασφάλισης, αλλά και καθήκον εμπιστοσύνης έναντι των πολιτών για τη διαχείριση των πόρων τους. Η ισορροπία ανάμεσα στα δύο θα πρέπει να αναζητείται στη θεραπεία των κοινωνικών παθολογιών, όπως είναι οι δυσμενείς συνθήκες εργασίας των γυναικών, και όχι στην απόδοση αναίτιων ευεργετημάτων, όπως είναι η πρόωρη συνταξιοδότηση. Διαφορετικά δεν πρόκειται για κοινωνικές παροχές, αλλά για μια απρόσφορη επιχείρηση απενοχοποίησης του κράτους προς τις πραγματικές του υποχρεώσεις.
Comments