Η επιστροφή της «κατακερματισμένης» κοινωνίας
Η επιστροφή της «κατακερματισμένης» κοινωνίας
Tου Θανου Βερεμη*
Από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, το κοινωνικό μόρφωμα που παρέλαβαν οι πρώτες κυβερνήσεις ήταν εκείνο της οθωμανικής οικογενειοκρατίας ή της βαλκανικής «κατακερματισμένης» ή «κατατμημένης» κοινότητας. Ο όρος αποτελεί εύρημα του Βρετανού πολιτικού διανοητή, Ernest Gellner, για να περιγράψει ένα προνεωτερικό σύστημα προστασίας της οικογενειακής μονάδας και των περί αυτήν, από τις αυθαιρεσίες της κεντρικής εξουσίας. Ο ημέτερος αρματολισμός εκφράζει με τον σαφέστερο τρόπο την κοινωνία των κατακερματισμένων συμφερόντων, τα οποία συγκεντρώνουν την κύρια μέριμνα όσων τα υπηρετούν. Με τον καιρό το κάθε θραύσμα της κοινωνίας αυτής διευρύνεται με πρόσθετα μέλη.
Μεταρρυθμιστές ηγέτες όπως ο Καποδίστριας, ο Μαυροκορδάτος, ο Τρικούπης, ο Βενιζέλος και ο Καραμανλής, θέλησαν να μεταφέρουν στην Ελλάδα δοκιμασμένα πρότυπα εκσυγχρονισμού σαν αντίβαρο προς τον κατακερματισμό. Δημιούργησαν θεσμούς που ενίσχυαν το πνεύμα της ομόνοιας ανάμεσα στο κοινό συμφέρον και τα επιμέρους συμφέροντα. Κατάφεραν έτσι να περιορίσουν την ισχύ των αρπακτικών μειοψηφιών και να κατασκευάσουν ένα περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο κράτος. Τα θεσμικά αναχώματα που έχτισαν οι μεταρρυθμιστές κινδυνεύουν πάλι από την παλίρροια της κατακερματισμένης κοινωνίας και το κράτος έχει διαβρωθεί από την επιρροή της.
Το πρόβλημα των σχέσεων του ατόμου ή των ομάδων με την κοινότητα βρέθηκε από την αρχαιότητα στο επίκεντρο των φιλοσοφικών αναζητήσεων. Τον Αριστοτέλη απασχολούσε η εναρμόνιση του ατομικού με το συλλογικό συμφέρον, δηλαδή η «ομόνοια» ατόμου ή κοινότητας. Για τον ιστορικό φιλελευθερισμό αντίθετα, προτεραιότητα είχαν τα ατομικά δικαιώματα ένατι των συλλογικών θεσμών. Η ατομική ελευθερία προέχει της ομόνοιας και της συλλογικότητας στη σύγχρονη δημοκρατία.
Οι σημερινοί Ελληνες πασχίζουν να μεγιστοποιήσουν το συμφέρον της ομάδας τους έναντι των δικαιωμάτων της υπόλοιπης κοινωνίας και η «κατακερματισμένη» κοινωνία αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα του κράτους να ακυρώσει τα προνόμιά της. Οπως σημειώνει ο Ν. Ξυδάκης («Κ», 9/03/08) «Βρισκόμαστε άρα ενώπιον ενός παράδοξου αναχρονισμού: Μια οιονεί προνεωτερική δομή δρα αυτόνομα σε νεωτερικό περιβάλλον, οικονομικά και κοινωνικά. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι έχουν τη δυνατότητα να μπλοκάρουν κάποια κοινωνικά αγαθά… και μπορούν να το κάνουν προς ίδιον όφελος και εις βάρος του συνόλου».
Αν οι σοσιαλιστές αναζητούν το συλλογικό συμφέρον και οι φιλελεύθεροι το ατομικό δικαίωμα, η «κατακερματισμένη» κοινότητα προκρίνει το συμφέρον και το δικαίωμα της φατρίας, κομματιάζοντας έτσι την κοινωνία σε πολλά αντίπαλα στρατόπεδα. Η δημοκρατία δυσκολεύεται από τις οργανωμένες μειοψηφίες που αντιστρατεύονται τη βούληση της πλειοψηφίας και επιβιώνουν χάρη σε τακτικές συμμαχίες ροκανίζοντας τις αρχές της ισοπολιτείας και του κράτους δικαίου. Η κατακερματισμένη κοινωνία ζει παρασιτικά απομυζώντας την ικμάδα του κρατικού κορμού. Αντιμάχεται το χειραφετημένο άτομο της κοινωνίας των πολιτών όπως και κάθε έννοια «ομονοίας». Η γλώσσα που χρησιμοποιεί μασκαρεύει τις έννοιες στην κοινή τους χρήση. Δημοκρατία για τον οπαδό της κατακερματισμένης κοινωνίας είναι οτιδήποτε διευκολύνει την ομάδα του και ο σοσιαλισμός τον οποίο επικαλείται είναι μεταλλαγμένος στα μέτρα των συμφερόντων του.
Επειτα από ενάμιση αιώνα προσπαθειών οικοδόμησης κοινωνίας πολιτών, η παλινδρόμηση που βιώνουμε και η επιστροφή των αρματολών στον δημόσιο βίο ενισχύθηκε από το πάντρεμα του λαϊκισμού με τον σοσιαλισμό. Ο Ανδρέας Παπανδρέου κατάφερε να προσαρμόσει τον αμερικανικό λαϊκισμό στην ελληνική κατακερματισμένη κοινωνία. Η πεποίθηση του Thomas Jefferson ότι ο λαϊκός άνθρωπος αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της αμερικανικής δημοκρατίας συνδυαζόταν με τους φιλελεύθερους κανόνες αμοιβαίων υποχρεώσεων κράτους και κοινωνίας. Στην Ελλάδα, περισσότερο απ’ ό,τι στις δυτικές χώρες, η κατατμημένη κοινωνία βρήκε στον επείσακτο λαϊκισμό τη δικαίωση της αυθαιρεσίας των ομάδων. Η ισότητα που επαγγέλλεται ο σοσιαλισμός είχε απήχηση στα μέλη της κατατμημένης κοινωνίας, διότι οι επιδιώξεις τους αποκτούσαν ιδεολογική νομιμοποίηση. Ετσι ο αναδιανεμητικός ρόλος του κράτους ερμηνεύθηκε σαν μοιρασιά της λείας που κάθε αρματολική ομάδα διεκδικεί. Το ίδιο το κράτος από την άλλη, έχει και αυτό αλωθεί από τις φατρίες και φυλάσσει ζηλόφθονα τις αρμοδιότητές του αρνούμενο να εκχωρήσει έστω και λίγες στην κοινωνία των πολιτών. Οπως παρατηρεί ο Γιώργος Παγουλάτος («Καθημερινή», 24/02/08), ο πολιτικός έλεγχος που ασκούν οι κυβερνήσεις αντί να χαλαρώνει για να διευκολυνθεί η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στα κοινά, αυξάνεται.
Βιώνουμε τα τελευταία τριάντα χρόνια τη σταδιακή κατίσχυση της λαϊκιστικής κατακερματισμένης κοινωνίας. Πολλοί θα αντιτείνουν ότι η κοινωνία των πολιτών λειτουργεί μόνο σε περιορισμένους θυλάκους δραστηριοτήτων και ότι τα μέλη της είναι μερικής απασχόλησης.
Ομως, η κοινωνία των πολιτών δεν παύει να υπάρχει σαν επιθυμητό πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς. Για να συγκρατήσουμε την διολίσθηση προς την κονιορτοποίηση της κοινωνίας, θα πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε το τι μας συμβαίνει και να δώσουμε στα φαινόμενα που μας περιβάλλουν το σωστό τους όνομα.
(Το άρθρο αυτό αφιερώνεται στη Μαριέττα Γιαννάκου που αγωνίζεται για την επικράτηση ενιαίου κανονιστικού συστήματος στον δημόσιο βίο.)
* Ο Θ. Βερέμης είναι πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (ΕΣΥΠ) και αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.
Tου Θανου Βερεμη*
Από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, το κοινωνικό μόρφωμα που παρέλαβαν οι πρώτες κυβερνήσεις ήταν εκείνο της οθωμανικής οικογενειοκρατίας ή της βαλκανικής «κατακερματισμένης» ή «κατατμημένης» κοινότητας. Ο όρος αποτελεί εύρημα του Βρετανού πολιτικού διανοητή, Ernest Gellner, για να περιγράψει ένα προνεωτερικό σύστημα προστασίας της οικογενειακής μονάδας και των περί αυτήν, από τις αυθαιρεσίες της κεντρικής εξουσίας. Ο ημέτερος αρματολισμός εκφράζει με τον σαφέστερο τρόπο την κοινωνία των κατακερματισμένων συμφερόντων, τα οποία συγκεντρώνουν την κύρια μέριμνα όσων τα υπηρετούν. Με τον καιρό το κάθε θραύσμα της κοινωνίας αυτής διευρύνεται με πρόσθετα μέλη.
Μεταρρυθμιστές ηγέτες όπως ο Καποδίστριας, ο Μαυροκορδάτος, ο Τρικούπης, ο Βενιζέλος και ο Καραμανλής, θέλησαν να μεταφέρουν στην Ελλάδα δοκιμασμένα πρότυπα εκσυγχρονισμού σαν αντίβαρο προς τον κατακερματισμό. Δημιούργησαν θεσμούς που ενίσχυαν το πνεύμα της ομόνοιας ανάμεσα στο κοινό συμφέρον και τα επιμέρους συμφέροντα. Κατάφεραν έτσι να περιορίσουν την ισχύ των αρπακτικών μειοψηφιών και να κατασκευάσουν ένα περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο κράτος. Τα θεσμικά αναχώματα που έχτισαν οι μεταρρυθμιστές κινδυνεύουν πάλι από την παλίρροια της κατακερματισμένης κοινωνίας και το κράτος έχει διαβρωθεί από την επιρροή της.
Το πρόβλημα των σχέσεων του ατόμου ή των ομάδων με την κοινότητα βρέθηκε από την αρχαιότητα στο επίκεντρο των φιλοσοφικών αναζητήσεων. Τον Αριστοτέλη απασχολούσε η εναρμόνιση του ατομικού με το συλλογικό συμφέρον, δηλαδή η «ομόνοια» ατόμου ή κοινότητας. Για τον ιστορικό φιλελευθερισμό αντίθετα, προτεραιότητα είχαν τα ατομικά δικαιώματα ένατι των συλλογικών θεσμών. Η ατομική ελευθερία προέχει της ομόνοιας και της συλλογικότητας στη σύγχρονη δημοκρατία.
Οι σημερινοί Ελληνες πασχίζουν να μεγιστοποιήσουν το συμφέρον της ομάδας τους έναντι των δικαιωμάτων της υπόλοιπης κοινωνίας και η «κατακερματισμένη» κοινωνία αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα του κράτους να ακυρώσει τα προνόμιά της. Οπως σημειώνει ο Ν. Ξυδάκης («Κ», 9/03/08) «Βρισκόμαστε άρα ενώπιον ενός παράδοξου αναχρονισμού: Μια οιονεί προνεωτερική δομή δρα αυτόνομα σε νεωτερικό περιβάλλον, οικονομικά και κοινωνικά. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι έχουν τη δυνατότητα να μπλοκάρουν κάποια κοινωνικά αγαθά… και μπορούν να το κάνουν προς ίδιον όφελος και εις βάρος του συνόλου».
Αν οι σοσιαλιστές αναζητούν το συλλογικό συμφέρον και οι φιλελεύθεροι το ατομικό δικαίωμα, η «κατακερματισμένη» κοινότητα προκρίνει το συμφέρον και το δικαίωμα της φατρίας, κομματιάζοντας έτσι την κοινωνία σε πολλά αντίπαλα στρατόπεδα. Η δημοκρατία δυσκολεύεται από τις οργανωμένες μειοψηφίες που αντιστρατεύονται τη βούληση της πλειοψηφίας και επιβιώνουν χάρη σε τακτικές συμμαχίες ροκανίζοντας τις αρχές της ισοπολιτείας και του κράτους δικαίου. Η κατακερματισμένη κοινωνία ζει παρασιτικά απομυζώντας την ικμάδα του κρατικού κορμού. Αντιμάχεται το χειραφετημένο άτομο της κοινωνίας των πολιτών όπως και κάθε έννοια «ομονοίας». Η γλώσσα που χρησιμοποιεί μασκαρεύει τις έννοιες στην κοινή τους χρήση. Δημοκρατία για τον οπαδό της κατακερματισμένης κοινωνίας είναι οτιδήποτε διευκολύνει την ομάδα του και ο σοσιαλισμός τον οποίο επικαλείται είναι μεταλλαγμένος στα μέτρα των συμφερόντων του.
Επειτα από ενάμιση αιώνα προσπαθειών οικοδόμησης κοινωνίας πολιτών, η παλινδρόμηση που βιώνουμε και η επιστροφή των αρματολών στον δημόσιο βίο ενισχύθηκε από το πάντρεμα του λαϊκισμού με τον σοσιαλισμό. Ο Ανδρέας Παπανδρέου κατάφερε να προσαρμόσει τον αμερικανικό λαϊκισμό στην ελληνική κατακερματισμένη κοινωνία. Η πεποίθηση του Thomas Jefferson ότι ο λαϊκός άνθρωπος αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της αμερικανικής δημοκρατίας συνδυαζόταν με τους φιλελεύθερους κανόνες αμοιβαίων υποχρεώσεων κράτους και κοινωνίας. Στην Ελλάδα, περισσότερο απ’ ό,τι στις δυτικές χώρες, η κατατμημένη κοινωνία βρήκε στον επείσακτο λαϊκισμό τη δικαίωση της αυθαιρεσίας των ομάδων. Η ισότητα που επαγγέλλεται ο σοσιαλισμός είχε απήχηση στα μέλη της κατατμημένης κοινωνίας, διότι οι επιδιώξεις τους αποκτούσαν ιδεολογική νομιμοποίηση. Ετσι ο αναδιανεμητικός ρόλος του κράτους ερμηνεύθηκε σαν μοιρασιά της λείας που κάθε αρματολική ομάδα διεκδικεί. Το ίδιο το κράτος από την άλλη, έχει και αυτό αλωθεί από τις φατρίες και φυλάσσει ζηλόφθονα τις αρμοδιότητές του αρνούμενο να εκχωρήσει έστω και λίγες στην κοινωνία των πολιτών. Οπως παρατηρεί ο Γιώργος Παγουλάτος («Καθημερινή», 24/02/08), ο πολιτικός έλεγχος που ασκούν οι κυβερνήσεις αντί να χαλαρώνει για να διευκολυνθεί η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στα κοινά, αυξάνεται.
Βιώνουμε τα τελευταία τριάντα χρόνια τη σταδιακή κατίσχυση της λαϊκιστικής κατακερματισμένης κοινωνίας. Πολλοί θα αντιτείνουν ότι η κοινωνία των πολιτών λειτουργεί μόνο σε περιορισμένους θυλάκους δραστηριοτήτων και ότι τα μέλη της είναι μερικής απασχόλησης.
Ομως, η κοινωνία των πολιτών δεν παύει να υπάρχει σαν επιθυμητό πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς. Για να συγκρατήσουμε την διολίσθηση προς την κονιορτοποίηση της κοινωνίας, θα πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε το τι μας συμβαίνει και να δώσουμε στα φαινόμενα που μας περιβάλλουν το σωστό τους όνομα.
(Το άρθρο αυτό αφιερώνεται στη Μαριέττα Γιαννάκου που αγωνίζεται για την επικράτηση ενιαίου κανονιστικού συστήματος στον δημόσιο βίο.)
* Ο Θ. Βερέμης είναι πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (ΕΣΥΠ) και αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.
Comments