αποχαιρετισμός στην αμερικανική μονοκρατορία./καθημερινή
Το τέλος της εποχής Μπους φέρνει έκρηξη αναζητήσεων για τη στρατηγική της Αμερικής στον κόσμο του 21ου αιώνα Του Πετρου Παπακωνσταντινου «Βρισκόμαστε στο 2016. Η κυβέρνηση της Χίλαρι Κλίντον (ή του Τζον Μακέιν ή του Μπαράκ Ομπάμα) φτάνει στο τέλος της δεύτερης θητείας της. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποσυρθεί από το Ιράκ, διατηρούν όμως 20.000 στρατιώτες στο ανεξάρτητο κράτος του Κουρδιστάν, πολεμικά σκάφη στο Μπαχρέιν και αεροπορική βάση στο Κατάρ. Το Αφγανιστάν είναι σταθερό και το Ιράν διαθέτει πυρηνικά όπλα. Η Κίνα έχει απορροφήσει την Ταϊβάν και εντείνει προοδευτικά τη ναυτική παρουσία της σε όλο τον Ειρηνικό Ωκεανό, αλλά και στον κόλπο του Ομάν, αρχίζοντας από το πακιστανικό λιμάνι Γκουαντάρ. Η Ευρωπαϊκή Ενωση αριθμεί περισσότερα από 30 μέλη. Απολαμβάνει ασφαλών προμηθειών πετρελαίου και φυσικού αερίου από τη Βόρεια Αφρική, τη Ρωσία και την Κασπία, αλλά διαθέτει και πολυάριθμα πυρηνικά εργοστάσια. Η επιρροή των ΗΠΑ στον κόσμο εξασθενίζει διαρκώς».Με αυτό το φανταστικό, αλλά ρεαλιστικό, κατά τον αρθρογράφο, σενάριο ξεκινούσε το κεντρικό θέμα στο κυριακάτικο ένθετο των New York Times, στις 27 Ιανουαρίου. Το υπέγραφε ο Πάραγκ Χάνα, ερευνητής του Ιδρύματος για μια Νέα Αμερική και συγγραφέας του βιβλίου «Ο δεύτερος κόσμος: Αυτοκρατορία και επιρροή στη νέα παγκόσμια τάξη» (Random House, 2008). Κεντρική ιδέα του Χάνα είναι ότι η αμερικανική μονοκρατορία, που σφράγισε τη διεθνή σκηνή στα είκοσι χρόνια μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», φτάνει στο τέλος της. Στη θέση της, αναδύεται ο νέος, επικίνδυνα αβέβαιος κόσμος του 21ου αιώνα, ο οποίος θα σφραγιστεί από τον αγώνα τριών μεγάλων δυνάμεων για σφαίρες επιρροής: Των ΗΠΑ, της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Κίνας.Στροφή 180 μοιρώνΔεν αντέχει κανείς στον πειρασμό να υπενθυμίσει ότι ήταν το ίδιο ένθετο των New York Times το οποίο, στις 5 Ιανουαρίου του 2003, φιλοξενούσε κεντρικό αφιέρωμα του Καναδού ιστορικού και πολιτικού Μάικλ Ιγνάτιεφ, ο οποίος εκθείαζε την «αμερικανική αυτοκρατορία - λάιτ» και ευλογούσε εκ των προτέρων τον πόλεμο στο Ιράκ. Σήμερα, αρκετοί από εκείνους που μέχρι πρότινος έμεναν εκστατικοί απέναντι στην ακατανίκητη ισχύ των ΗΠΑ και προφήτευαν ότι ο 21ος αιώνας θα είναι αμερικανικός, εκσφενδονίζονται στην άλλη άκρη, αγχωμένοι, θα έλεγε κανείς, να καλύψουν τον χαμένο χρόνο, για να υποδυθούν τον ρόλο της Κασσάνδρας.Η πρόβλεψη περί τέλους της αμερικανικής μονοκρατορίας τείνει να γίνει δημοσιογραφική μόδα εξαιτίας της διπλής κρίσης που μαστίζει τη σημερινή Αμερική: Κρίση οικονομική, που πυροδοτήθηκε από τη φούσκα στην αγορά κατοικίας και κρίση γεωπολιτικής ισχύος, στο φόντο του ιρακινού αδιεξόδου. Ωστόσο μια πληγωμένη υπερδύναμη δεν είναι κατ’ ανάγκην μια τελειωμένη υπερδύναμη. «Γιατί μια αυτοκρατορία που σβήνει εξάπτει τόσο πολύ όλο τον κόσμο;», αναρωτιόταν δικαιολογημένα στην Intrnational Herald Tribune ο Ρότζερ Κοέν, με αφορμή το ζωηρό ενδιαφέρον της παγκόσμιας κοινής γνώμης για τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ.Η εύκολη απάντηση είναι: «Γιατί όλοι αδημονούν να φύγει επιτέλους ο Μπους! Και γιατί, για πρώτη φορά στην αμερικανική ιστορία, υποψήφιος ενός εκ των δύο μεγάλων κομμάτων θα είναι ένας μαύρος ή μία γυναίκα». Παρ’ όλα αυτά, γεγονός παραμένει ότι η Αμερική, όχι μόνο χάρη στα αεροπλανοφόρα και στους πεζοναύτες της, αλλά και χάρη στα πανεπιστήμια και το Χόλιγουντ, την παραγωγικότητα και το δημογραφικό δυναμισμό της, θα παραμείνει, στο ορατό μέλλον, το ισχυρότερο κράτος του πλανήτη, μακράν των υπολοίπων.Η σκυτάλη στην ΚίναΜεσοπρόθεσμα, όμως, πολλοί εκτιμούν ότι η σκυτάλη της διεθνούς ηγεμονίας θα περάσει στους Ασιάτες, και ιδίως στην Κίνα. Η τελευταία, είναι «μια κλειστή κοινωνία με ανοιχτό πνεύμα», ενώ η Αμερική είναι «μια ανοιχτή κοινωνία με κλειστό πνεύμα», υποστήριζε από τις στήλες του περιοδικού ο Κισόρε Μαουμπάνι. «Οι κυβερνώντες της Αμερικής συμπεριφέρονται όπως οι Κινέζοι αυτοκράτορες του 19ου αιώνα», σημειώνει ο κοινωνιολόγος από τη Σιγκαπούρη. «Τότε, η Κίνα δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στην άνοδο και την ισχύ της Δύσης. Σήμερα, η Αμερική δεν μπορεί να προσαρμοστεί στην άνοδο της Ασίας».Ο κίνδυνος τερματισμού δύο αιώνων κυριαρχίας του λευκού ανθρώπου πάνω στην υπόλοιπη ανθρωπότητα ενθαρρύνει ορισμένα αμερικανικά επιτελεία στην αναζήτηση ενός είδους συνομοσπονδίας ΗΠΑ - Ε.Ε. με κυρίως αντικινεζική κατεύθυνση. Την ιδέα αυτή ασπάζεται ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος Τζον Μακέιν, αλλά και ο πρώην πρωθυπουργός της Γαλλίας, Εντουάρ Μπαλαντίρ, το τελευταίο βιβλίο του οποίου τιτλοφορείται «Για μια δυτική Ενωση μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ» (Fayard, 2007).Την άποψη ότι η μονοπολική εποχή αποτελεί ήδη παρελθόν διατυπώνει, με άρθρο του στους Financial Times, ο Ρίτσαρντ Χάας, πρόεδρος του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, ενός από τα σημαντικότερα επιτελεία εξωτερικής πολιτικής, που εκδίδει το περιοδικό Foreign Affairs. Ο Χάας αντιμετωπίζει την αποτυχία στο Ιράκ και την υπονόμευση της διεθνούς θέσης του δολαρίου ως συμπτώματα της γεροντικής ασθένειας όλων των αυτοκρατοριών, της «ιμπεριαλιστικής υπερεπέκτασης» (ο όρος ανήκει στον ιστορικό Πολ Κένεντι). Προβλέπει δε ότι, τη θέση της αμερικανικής μονοκρατορίας δεν θα πάρει ούτε ένας νέος διπολισμός (π.χ. ΗΠΑ - Ευρώπης, ΗΠΑ - Ρωσίας ή ΗΠΑ - Κίνας), ούτε ένας ασφαλής, πολυπολικός κόσμος, αλλά ένα χαοτικό παιχνίδι δυνάμεων σε έναν κόσμο χωρίς αδιαμφισβήτητο ηγεμόνα.Αρχή άνδρα (και γυναίκα) δείκνυσιΗ αίσθηση ότι η Αμερική θα χρειαστεί, μετά τον Μπους, έναν πρόεδρο μεγάλων τομών τόσο στο οικονομικό - κοινωνικό πεδίο, όσο και στην εξωτερική πολιτική της κερδίζει έδαφος υπό το βάρος των εντεινόμενων προβλημάτων: Πέντε χρόνια πολέμου στο Ιράκ με το πετρέλαιο στα 115 δολάρια, 47 εκατομμύρια ανασφάλιστοι, 28 εκατομμύρια με κουπόνια σίτισης και το δολάριο στο 1,6 έναντι του ευρώ - όλα αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπισθούv στο πνεύμα του business as usual.Ωστόσο, ούτε ο Τζον Μακέιν ούτε η Χίλαρι Κλίντον ούτε ο Μπαράκ Ομπάμα έχουν προσφέρει μέχρι στιγμής κάποια χειροπιαστά δείγματα γραφής -αν και ο τελευταίος έχει κάνει την Αλλαγή, με άλφα κεφαλαίο, βασικό σύνθημά του. To γεγονός αυτό δεν λέει, κατ’ ανάγκην, πολλά πράγματα για το τι έχουν ή δεν έχουν στο μυαλό τους για την επόμενη ημέρα μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους.Στην προεκλογική εκστρατεία του 1860, ο Αβραάμ Λίνκολν απέφυγε κάθε δέσμευση για την κατάργηση της δουλείας, προτιμώντας να εμφανισθεί ως προστάτης της Ενωσης και όχι των μαύρων, για να κάνει, στη συνέχεια, ακριβώς το αντίθετο: να οδηγήσει τη χώρα στην πρόοδο μέσω ενός ιδιαίτερα αιματηρού, εμφυλίου πολέμου.Κατ’ αναλογία, ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ, στις εκλογές του 1932, ασκούσε κριτική στον πρόεδρο Χούβερ από τη σκοπιά ενός άτεγκτου οπαδού της φιλελεύθερης, οικονομικής ορθοδοξίας, την οποία κυριολεκτικά ανατίναξε εκ θεμελίων με την πολιτική του New Deal από την πρώτη μέρα που ανέλαβε την εξουσία. Στις επόμενες εκλογές, δεσμεύτηκε ότι δεν θα μπλέξει ποτέ την Αμερική στις διαμάχες της παρηκμασμένης Ευρώπης, για να γίνει ο ηγέτης της χώρας του στον πιο αιματηρό αγώνα που έδωσε ποτέ.
Comments