Η πολυφωνία ως χωματερή /καθημερινή
Η πολυφωνία ως χωματερή
Tου Xρηστου Γιανναρα
Δύο φορές, με κυριακάτικες εδώ επιφυλλίδες (στις 24/2 και την 1/6/2008), αποπειράθηκα να προκαλέσω, ευθέως και επωνύμως, τον υπουργό Υγείας κ. Δημήτρη Αβραμόπουλο, για θέμα συγκεκριμένο, αφορμή βασανισμού, δίχως υπερβολή, πολλών πολιτών:
Του ζητούσα να πιστοποιήσει ο ίδιος τον βασανισμό με επίσκεψη αιφνιδιαστική στο κολαστήριο που λέγεται «Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου» (ΟΠΑΔ) – στα κεντρικά της Θεσσαλονίκης, οδός Σαπφούς 3, ή στην Καλλιθέα, Θησέως 275 και ειδικά στο γραφείο 7 του τέταρτου ορόφου. Νομίζω ότι δικαιολογούσα με χαρακτηριστικές επισημάνσεις τις λέξεις «βασανισμός» και «κολαστήριο»: περιέγραφα εξουθενωτικό εξευτελισμό ανθρώπων, «ασφαλισμένων» Ελλήνων πολιτών. Ο κύριος υπουργός δεν απάντησε στην πρόκληση, προτίμησε, για άλλη μια φορά, να δικαιώσει το δηκτικό προσωνύμιο του «ανύπαρκτου». Ούτε η συμπεριφορά της υπαλληλίας άλλαξε στο παραμικρό.
Το ίδιο συνέβη και με τον υπουργό Δημόσιας Διοίκησης, καθηγητή κ. Προκόπη Παυλόπουλο. Τον παρεκάλεσα με επιφυλλίδα (την 1/6/2008) να αντιδράσει στον εξωφρενικό παραλογισμό της «Υπεύθυνης Δήλωσης άρθρ. 8, παρ. 4, του Νόμου 1599/1986», που πρέπει να υπογράψουν δύο μάρτυρες, όταν κάποιος αποβιώσει, για να βεβαιώσουν ποιοι είναι οι πλησιέστεροι συγγενείς του θανόντος – δεν αποτελεί εγγύηση ούτε η αστυνομική ταυτότητα ούτε το αντίγραφο του δημοτολογίου. Και ο κ. Παυλόπουλος, συναρπαστικός – σήμερα ρήτορας της Βουλής των Ελλήνων, δεν βρήκε δύο λέξεις να απαντήσει για τον διαιωνιζόμενο παραλογισμό.
Από την ασήμαντη περίπτωση της επιφυλλιδογραφίας μου συνάγω ένα, γενικοτέρου ίσως ενδιαφέροντος, ερώτημα: Ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα σήμερα, από στήλες εφημερίδων ή από την οθόνη τηλεοπτικών καναλιών, μοιάζει φανερά και οριστικά ατελέσφορος – γιατί άραγε; Θα ήταν γόνιμο να ψάξουμε τις αιτίες, πιθανολογώντας ερείσματα της πιστοποίησης, έστω και μη διαθέτοντας αποδεικτικό (στατιστικών καταμετρήσεων) υλικό.
Μιλάμε για λόγο δημόσιο μεν, ατελέσφορο δε, λόγο που φτάνει (ή μπορεί να φτάσει) σε πολλούς, αλλά δεν έχει καμιά αποτελεσματικότητα: Δεν κατορθώνει να προκαλέσει την ενεργό ανταπόκριση (αντίδραση, δραστηριοποίηση, αλλαγή συμπεριφοράς) της εξουσίας και των θεσμών. Και η πρώτη αιτία γι’ αυτό το φαινόμενο μοιάζει να είναι μια εξόφθαλμη αδιαφορία της εξουσίας και των θεσμικών της εκφάνσεων για τα δημόσια πράγματα, ναι, για τα κοινά. Στη σημερινή Ελλάδα (όπως και σε κάθε υπανάπτυκτη ή εκβαρβαρωμένη κοινωνία) η διαχείριση της εξουσίας, αλλά και η διεκδίκηση της διαχείρισης, είναι ιδιοτελής αυτοσκοπός: ένα ποικιλότροπα (και αμύθητα) κερδοφόρο επάγγελμα.
Βέβαια, η πρακτική της άσκησης του επαγγέλματος προϋποθέτει να υποκρίνεσαι, όσο γίνεται πιο πειστικά, ότι ενδιαφέρεσαι για τα κοινά, ότι πασχίζεις, πονάς για τα δημόσια πράγματα. Ομως, στο επάγγελμα πετυχαίνεις (ή έστω επιβιώνεις) όταν δουλεύεις μόνο για πάρτη σου, αποκλειστικά και ανάλγητα. Αυτό το δίδυμο, παγερής, εσκεμμένης αδιαφορίας για τα κοινά και καθημερινού ρεσιτάλ υποκρισίας, δήθεν ζηλωτικού ενδιαφέροντος για τα κοινά, είναι προϋπόθεση επαγγελματικής επάρκειας των διαχειριστών (και διεκδικητών) της εξουσίας.
Αποτέλεσμα τέτοιας επάρκειας είναι και η ικανότητα των επαγγελματιών της εξουσίας να σταθμίζουν αμέσως, ποιος δημόσιος λόγος εξυπηρετεί τα επαγγελματικά, ιδιοτελή τους συμφέροντα και ποιος όχι. Αν ο δημοσιευμένος ή ο τηλεοπτικά εκφερόμενος λόγος επηρεάζει αρνητικά για το άτομό τους την κοινή γνώμη, δηλαδή αν κινδυνεύουν να χάσουν ψήφους στις εκλογές, αμέσως τον προσέχουν, ανταποκρίνονται, δραστηριοποιούνται. Αν δεν απειλεί την επανεκλογή τους, τον αντιπαρέρχονται και αδιαφορούν, όσες θετικές προτάσεις και αν κομίζει για τα κοινά.
Η ιδιοτελέστατη αποτίμηση του δημόσιου λόγου από τους επαγγελματίες της εξουσίας, γίνεται με κριτήρια μόνο ποσοτικά: Πόσους επηρεάζει το δημοσίευμα ή το τηλεθέαμα και πόσο τους επηρεάζει. Η αρθρογραφία λ.χ., σοβαρών, έμπειρων, καταξιωμένων στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα δασκάλων για τα προβλήματα του πανεπιστημίου στην Ελλάδα, είναι ακίνδυνη: λόγος που φτάνει σε λίγους ή που λίγοι μπορούν να τον εκτιμήσουν. Επομένως, οι επαγγελματίες της εξουσίας τον παρακάμπτουν, τον αντιπαρέρχονται. Αν όμως πρόκειται για φτηνά «προοδευτικά» ευφυολογήματα επιθεωρησιακής (τηλεοπτικής) σαχλαμάρας, που εξωραΐζουν και εκθειάζουν τον φασιστικό τραμπουκισμό σαν ελπιδοφόρα αντίσταση της νεολαίας στον φορμαλισμό και στη συντήρηση, τότε η εξουσία αμέσως συμμορφώνεται και συναινεί, τρέμει μήπως και τη λογαριάσουν οπισθοδρομική, μήπως κακοχαρακτηρισθεί και χάσει ψήφους. Ετσι, «πανεπιστημιακό άσυλο» π.χ., συνεχίζει να σημαίνει την ατιμωρησία και δικαίωση κάθε κακουργίας, κάθε χυδαίου τραμπουκισμού.
Το ατελέσφορο του δημόσιου λόγου είναι σαφώς συνάρτηση της ιδιοτέλειας των διαχειριστών και διεκδικητών της εξουσίας. Και βέβαια δεν είναι μόνο αυτοί που προκαλούν το φαινόμενο, είναι όμως οπωσδήποτε αυτοί που το ευνοούν και το συντηρούν. Στις σημερινές «κοινωνίες της αγοράς» σίγουρα μοιάζει δεδομένο να μπορεί οποιοσδήποτε να έχει δημόσιο λόγο και την απήχησή του να την καθορίζει το ενδιαφέρον του κοινού. Αν το κοινό θέλει σκουπίδια, αν αρέσκεται σε δημόσιο λόγο και δημόσιο θέαμα θλιβερής μικρόνοιας και ακαλαισθησίας, θα βρεθούν έμποροι να πουλήσουν την αηδιαστική κόπρο για να λαγνεύονται υπάνθρωποι.
Ομως στη δημοκρατία και αυτή η ελευθερία εμπορίας του εκφαυλισμού έχει όρια – γι’ αυτό και διώκεται ως κακούργημα η πώληση ναρκωτικών. Οσο και αν η ατομοκρατία θεμελιώνει στη Νεωτερικότητα κάθε θεωρία της συλλογικότητας (φιλελεύθερη, σοσιαλιστική, κομμουνιστική), κάποια απηχήματα σεβασμού (ή νοσταλγίας;) της κοινωνίας των σχέσεων σώζονται σαν νομική αυτοάμυνα της οργανωμένης συμβίωσης.
Επομένως, ακόμα και στον ασύδοτο αμοραλισμό και μηδενισμό των «κοινωνιών της αγοράς», την ουσιαστική ευθύνη εξασφάλισης προϋποθέσεων για την ποιοτική αξιολόγηση του δημόσιου λόγου και του δημόσιου θεάματος εξακολουθούν να υπέχουν οι διαχειριστές της εξουσίας. Οταν, από δική τους υπαιτιότητα το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας υποβαθμίζεται, ευτελίζεται και διαλύεται, όταν οι ίδιοι, για να εξασφαλίσουν προβολή και ευνοϊκή μεταχείριση, γίνονται λακέδες των εμπόρων της τηλεοπτικής αθλιότητας, τότε χάνεται κάθε επίγνωση ποιοτικών αξιολογήσεων – ο καίριος και ανιδιοτελής λόγος γίνεται ατελέσφορος, ο άκριτος και ιδιοτελής τελεσφόρος.
Τότε, η «πολυφωνία», για την οποία καυχώνται οι νεωτερικές δημοκρατίες, αλλοτριώνεται σε ένα είδος χωματερής, όπου χωνεύονται αδιακρίτως μέσα στην ίδια κοινή αδιαφορία ο τίμιος λόγος και ο σαπρός, η μωρία και η οξυδέρκεια, η φιλοπατρία και ο καριερισμός.
Tου Xρηστου Γιανναρα
Δύο φορές, με κυριακάτικες εδώ επιφυλλίδες (στις 24/2 και την 1/6/2008), αποπειράθηκα να προκαλέσω, ευθέως και επωνύμως, τον υπουργό Υγείας κ. Δημήτρη Αβραμόπουλο, για θέμα συγκεκριμένο, αφορμή βασανισμού, δίχως υπερβολή, πολλών πολιτών:
Του ζητούσα να πιστοποιήσει ο ίδιος τον βασανισμό με επίσκεψη αιφνιδιαστική στο κολαστήριο που λέγεται «Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου» (ΟΠΑΔ) – στα κεντρικά της Θεσσαλονίκης, οδός Σαπφούς 3, ή στην Καλλιθέα, Θησέως 275 και ειδικά στο γραφείο 7 του τέταρτου ορόφου. Νομίζω ότι δικαιολογούσα με χαρακτηριστικές επισημάνσεις τις λέξεις «βασανισμός» και «κολαστήριο»: περιέγραφα εξουθενωτικό εξευτελισμό ανθρώπων, «ασφαλισμένων» Ελλήνων πολιτών. Ο κύριος υπουργός δεν απάντησε στην πρόκληση, προτίμησε, για άλλη μια φορά, να δικαιώσει το δηκτικό προσωνύμιο του «ανύπαρκτου». Ούτε η συμπεριφορά της υπαλληλίας άλλαξε στο παραμικρό.
Το ίδιο συνέβη και με τον υπουργό Δημόσιας Διοίκησης, καθηγητή κ. Προκόπη Παυλόπουλο. Τον παρεκάλεσα με επιφυλλίδα (την 1/6/2008) να αντιδράσει στον εξωφρενικό παραλογισμό της «Υπεύθυνης Δήλωσης άρθρ. 8, παρ. 4, του Νόμου 1599/1986», που πρέπει να υπογράψουν δύο μάρτυρες, όταν κάποιος αποβιώσει, για να βεβαιώσουν ποιοι είναι οι πλησιέστεροι συγγενείς του θανόντος – δεν αποτελεί εγγύηση ούτε η αστυνομική ταυτότητα ούτε το αντίγραφο του δημοτολογίου. Και ο κ. Παυλόπουλος, συναρπαστικός – σήμερα ρήτορας της Βουλής των Ελλήνων, δεν βρήκε δύο λέξεις να απαντήσει για τον διαιωνιζόμενο παραλογισμό.
Από την ασήμαντη περίπτωση της επιφυλλιδογραφίας μου συνάγω ένα, γενικοτέρου ίσως ενδιαφέροντος, ερώτημα: Ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα σήμερα, από στήλες εφημερίδων ή από την οθόνη τηλεοπτικών καναλιών, μοιάζει φανερά και οριστικά ατελέσφορος – γιατί άραγε; Θα ήταν γόνιμο να ψάξουμε τις αιτίες, πιθανολογώντας ερείσματα της πιστοποίησης, έστω και μη διαθέτοντας αποδεικτικό (στατιστικών καταμετρήσεων) υλικό.
Μιλάμε για λόγο δημόσιο μεν, ατελέσφορο δε, λόγο που φτάνει (ή μπορεί να φτάσει) σε πολλούς, αλλά δεν έχει καμιά αποτελεσματικότητα: Δεν κατορθώνει να προκαλέσει την ενεργό ανταπόκριση (αντίδραση, δραστηριοποίηση, αλλαγή συμπεριφοράς) της εξουσίας και των θεσμών. Και η πρώτη αιτία γι’ αυτό το φαινόμενο μοιάζει να είναι μια εξόφθαλμη αδιαφορία της εξουσίας και των θεσμικών της εκφάνσεων για τα δημόσια πράγματα, ναι, για τα κοινά. Στη σημερινή Ελλάδα (όπως και σε κάθε υπανάπτυκτη ή εκβαρβαρωμένη κοινωνία) η διαχείριση της εξουσίας, αλλά και η διεκδίκηση της διαχείρισης, είναι ιδιοτελής αυτοσκοπός: ένα ποικιλότροπα (και αμύθητα) κερδοφόρο επάγγελμα.
Βέβαια, η πρακτική της άσκησης του επαγγέλματος προϋποθέτει να υποκρίνεσαι, όσο γίνεται πιο πειστικά, ότι ενδιαφέρεσαι για τα κοινά, ότι πασχίζεις, πονάς για τα δημόσια πράγματα. Ομως, στο επάγγελμα πετυχαίνεις (ή έστω επιβιώνεις) όταν δουλεύεις μόνο για πάρτη σου, αποκλειστικά και ανάλγητα. Αυτό το δίδυμο, παγερής, εσκεμμένης αδιαφορίας για τα κοινά και καθημερινού ρεσιτάλ υποκρισίας, δήθεν ζηλωτικού ενδιαφέροντος για τα κοινά, είναι προϋπόθεση επαγγελματικής επάρκειας των διαχειριστών (και διεκδικητών) της εξουσίας.
Αποτέλεσμα τέτοιας επάρκειας είναι και η ικανότητα των επαγγελματιών της εξουσίας να σταθμίζουν αμέσως, ποιος δημόσιος λόγος εξυπηρετεί τα επαγγελματικά, ιδιοτελή τους συμφέροντα και ποιος όχι. Αν ο δημοσιευμένος ή ο τηλεοπτικά εκφερόμενος λόγος επηρεάζει αρνητικά για το άτομό τους την κοινή γνώμη, δηλαδή αν κινδυνεύουν να χάσουν ψήφους στις εκλογές, αμέσως τον προσέχουν, ανταποκρίνονται, δραστηριοποιούνται. Αν δεν απειλεί την επανεκλογή τους, τον αντιπαρέρχονται και αδιαφορούν, όσες θετικές προτάσεις και αν κομίζει για τα κοινά.
Η ιδιοτελέστατη αποτίμηση του δημόσιου λόγου από τους επαγγελματίες της εξουσίας, γίνεται με κριτήρια μόνο ποσοτικά: Πόσους επηρεάζει το δημοσίευμα ή το τηλεθέαμα και πόσο τους επηρεάζει. Η αρθρογραφία λ.χ., σοβαρών, έμπειρων, καταξιωμένων στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα δασκάλων για τα προβλήματα του πανεπιστημίου στην Ελλάδα, είναι ακίνδυνη: λόγος που φτάνει σε λίγους ή που λίγοι μπορούν να τον εκτιμήσουν. Επομένως, οι επαγγελματίες της εξουσίας τον παρακάμπτουν, τον αντιπαρέρχονται. Αν όμως πρόκειται για φτηνά «προοδευτικά» ευφυολογήματα επιθεωρησιακής (τηλεοπτικής) σαχλαμάρας, που εξωραΐζουν και εκθειάζουν τον φασιστικό τραμπουκισμό σαν ελπιδοφόρα αντίσταση της νεολαίας στον φορμαλισμό και στη συντήρηση, τότε η εξουσία αμέσως συμμορφώνεται και συναινεί, τρέμει μήπως και τη λογαριάσουν οπισθοδρομική, μήπως κακοχαρακτηρισθεί και χάσει ψήφους. Ετσι, «πανεπιστημιακό άσυλο» π.χ., συνεχίζει να σημαίνει την ατιμωρησία και δικαίωση κάθε κακουργίας, κάθε χυδαίου τραμπουκισμού.
Το ατελέσφορο του δημόσιου λόγου είναι σαφώς συνάρτηση της ιδιοτέλειας των διαχειριστών και διεκδικητών της εξουσίας. Και βέβαια δεν είναι μόνο αυτοί που προκαλούν το φαινόμενο, είναι όμως οπωσδήποτε αυτοί που το ευνοούν και το συντηρούν. Στις σημερινές «κοινωνίες της αγοράς» σίγουρα μοιάζει δεδομένο να μπορεί οποιοσδήποτε να έχει δημόσιο λόγο και την απήχησή του να την καθορίζει το ενδιαφέρον του κοινού. Αν το κοινό θέλει σκουπίδια, αν αρέσκεται σε δημόσιο λόγο και δημόσιο θέαμα θλιβερής μικρόνοιας και ακαλαισθησίας, θα βρεθούν έμποροι να πουλήσουν την αηδιαστική κόπρο για να λαγνεύονται υπάνθρωποι.
Ομως στη δημοκρατία και αυτή η ελευθερία εμπορίας του εκφαυλισμού έχει όρια – γι’ αυτό και διώκεται ως κακούργημα η πώληση ναρκωτικών. Οσο και αν η ατομοκρατία θεμελιώνει στη Νεωτερικότητα κάθε θεωρία της συλλογικότητας (φιλελεύθερη, σοσιαλιστική, κομμουνιστική), κάποια απηχήματα σεβασμού (ή νοσταλγίας;) της κοινωνίας των σχέσεων σώζονται σαν νομική αυτοάμυνα της οργανωμένης συμβίωσης.
Επομένως, ακόμα και στον ασύδοτο αμοραλισμό και μηδενισμό των «κοινωνιών της αγοράς», την ουσιαστική ευθύνη εξασφάλισης προϋποθέσεων για την ποιοτική αξιολόγηση του δημόσιου λόγου και του δημόσιου θεάματος εξακολουθούν να υπέχουν οι διαχειριστές της εξουσίας. Οταν, από δική τους υπαιτιότητα το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας υποβαθμίζεται, ευτελίζεται και διαλύεται, όταν οι ίδιοι, για να εξασφαλίσουν προβολή και ευνοϊκή μεταχείριση, γίνονται λακέδες των εμπόρων της τηλεοπτικής αθλιότητας, τότε χάνεται κάθε επίγνωση ποιοτικών αξιολογήσεων – ο καίριος και ανιδιοτελής λόγος γίνεται ατελέσφορος, ο άκριτος και ιδιοτελής τελεσφόρος.
Τότε, η «πολυφωνία», για την οποία καυχώνται οι νεωτερικές δημοκρατίες, αλλοτριώνεται σε ένα είδος χωματερής, όπου χωνεύονται αδιακρίτως μέσα στην ίδια κοινή αδιαφορία ο τίμιος λόγος και ο σαπρός, η μωρία και η οξυδέρκεια, η φιλοπατρία και ο καριερισμός.
Comments