The New York Times
Η δήλωση υποστήριξης του πρώην υπουργού Εξωτερικών, Κόλιν Πάουελ προς τον γερουσιαστή Μπαράκ Ομπάμα, την περασμένη Κυριακή, αποτελεί το δικό του ορόσημο σ’ ένα ταξίδι ζωής, μέσα από τη διπλωματία και την πολιτική. Δεν επρόκειτο απλά για δήλωση αποδοχής ενός υποψηφίου προέδρου από αντίπαλο κόμμα, αλλά και για προσπάθεια αναμόρφωσης μιας πολιτικής κληρονομιάς, που ο ίδιος πιστεύει ότι στιγματίστηκε επί Μπους.
Τα λόγια του κ. Πάουελ κατέστησαν σαφή τη δυσαρέσκειά του για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Δήλωσε ότι το κόμμα έχει γίνει πολύ συντηρητικό υπό τον Τζορτζ Μπους και ότι η εκστρατεία του γερουσιαστή Τζον Μακέιν δεν ήταν καλή για τη χώρα ή για τη φήμη της στον κόσμο. Με αυτή την έννοια, οι επισημάνσεις του ήλθαν να δώσουν νέα φλόγα στη συζήτηση για τη φύση του «μετά Μπους Ρεπουμπλικανικού Κόμματος». «Εχω κάποιες ανησυχίες για την κατεύθυνση που έχει πάρει το κόμμα τα τελευταία χρόνια», δήλωσε ο κ. Πάουελ στον Τομ Μπρόκοου του NBC. «Εχει στραφεί προς τα δεξιά πολύ περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα».
Οι ρωγμές στην κυβέρνηση Μπους και τα προβλήματα της ρεπουμπλικανικής εξωτερικής πολιτικής είναι θέματα που ήδη είχαν εξαντληθεί κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Κατά κάποιο τρόπο οι δηλώσεις του κ. Πάουελ έφεραν στο φως το σχίσμα μεταξύ των αποκαλούμενων πραγματιστών, πολλοί εκ των οποίων έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος στο Ιράκ ήταν λάθος, και των νεοσυντηρητικών, ενός ανταγωνιστικού στρατοπέδου, του οποίου οι ιδέες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην υποστήριξη της εκστρατείας στο Ιράκ. Ο κ. Πάουελ, ο οποίος ανήκει στο στρατόπεδο των πραγματιστών και έχει επικρίνει την πολιτική Μπους στο Ιράκ, φέρεται να ενοχλήθηκε, σύμφωνα με περιγραφές φίλων, από ορισμένους νεοσυντηρητικούς, οι οποίοι πλεύρισαν τον κ. Μακέιν ως σύμβουλοι εξωτερικής πολιτικής στην προεκλογική εκστρατεία. Ο κορυφαίος σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής στο επιτελείο Μακέιν είναι ο Ράντι Σόινμαν, ο οποίος συμβούλευε τους πρώην γερουσιαστές Τρεντ Λοτ και Μπομπ Ντόουλ και έχει προ καιρού ισχυρούς δεσμούς με τους νεοσυντηρητικούς. Το 2002, ο κ. Σόινμαν ήταν ένας από τους ιδρυτές της σκληροπυρηνικής Επιτροπής για την Απελευθέρωση του Ιράκ και ενθουσιώδης υποστηρικτής του Αχμάντ Τσαλαμπί, του Ιρακινού εξόριστου και αγαπημένου του Πενταγώνου, ο οποίος αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία και απέχθεια από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ κατά τη διάρκεια της θητείας του κ. Πάουελ.
Η θέση του στην Ιστορία
Σε αμφότερα τα κόμματα συζητήθηκαν οι επιπτώσεις των δηλώσεων του πρώην υπουργού Εξωτερικών, αλλά την Κυριακή το πρωί στην Ουάσιγκτον το συμπέρασμα ήταν ότι η κίνηση αποκάλυψε όχι τόσα για τους κ. Ομπάμα και Μακέιν όσα για τον ιδιον τον Κόλιν Πάουελ, ο οποίος πριν από 13 χρόνια σκεφτόταν να γίνει πρόεδρος. Δηλώνοντας ότι θα ψήφιζε Ομπάμα και όχι Μακέιν, ο κ. Πάουελ ευλόγως απομακρύνθηκε από τις θέσεις του κ. Μπους, ο οποίος επιθυμεί μια ρεπουμπλικανική νίκη τον ερχόμενο μήνα ως δικαίωση της στρατηγικής του στο Ιράκ - του ζητήματος που θα κρίνει όσο κανένα άλλο την κληρονομιά του στην εξουσία. Ο ρόλος του κ. Πάουελ στο θέμα αυτό, παρά τις συχνές συγκρούσεις του με άλλα στελέχη του επιτελείου Μπους για το πώς πρέπει να προχωρήσει η εκστρατεία, θα μπορούσε να καθορίσει και τη δική του θέση στην Ιστορία. Τασσόμενος υπέρ του Ομπάμα, ο οποίος εξαρχής δήλωσε αντίπαλος του πολέμου στο Ιράκ, ο κ. Πάουελ έδειξε να χαράζει μια σαφή διαχωριστική γραμμή από τα πιο σκληροπυρηνικά στοιχεία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και πρόδωσε την προσπάθειά του να αναμορφώσει την κοινή γνώμη για τον ρόλο του στον πόλεμο.
Ενας σημαντικός παράγοντας στην απόφαση του κ. Πάουελ φαίνεται ότι ήταν το διακριτικό φλερτ που του έκανε ο Μπαράκ Ομπάμα. Τους τελευταίους μήνες, οι δυο τους είχαν κατ’ ιδίαν συναντήσεις και αρκετές τηλεφωνικές συνομιλίες, όλες με πρωτοβουλία του κ. Ομπάμα. Ενας φίλος του κ. Πάουελ δήλωσε ότι ο Μπαράκ Ομπάμα, εν οψει της περιοδείας του στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή τον Ιούλιο, ζήτησε συμβουλές από τον πρώην υπουργό Εξωτερικών, ενώ είχε πολλές συζητήσεις μαζί του για το Ιράκ, το Ιράν, τη Βόρεια Κορέα όπως και για τα θέματα της εκπαίδευσης και της περίθαλψης. Η τελευταία τους συνομιλία έγινε πριν από περίπου δύο εβδομάδες και είχε θέμα την παγκόσμια οικονομική κρίση, δήλωσε ένας φίλος. Αντίθετα, ο κ. Μακέιν συνάντησε τον κ. Πάουελ -ο οποίος ήταν φίλος για δύο δεκαετίες- τον περασμένο Ιούνιο και έκτοτε δεν του έχει ξαναμιλήσει, όπως περιέγραψε άνθρωπος του περιβάλλοντός του.
Παρότι ο κ. Πάουελ είπε κάποια καλά λόγια για τον Τζον Μακέιν την Κυριακή -ότι τον θαυμάζει και ότι θα γινόταν καλός πρόεδρος- φίλοι λένε ότι ο κ. Πάουελ ένιωσε να εκτοπίζεται από τον κύκλο εξωτερικής πολιτικής του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου, ενώ ανησυχεί για το γεγονός ότι ο τελευταίος δείχνει απροετοίμαστος στο θέμα της εθνικής ασφάλειας και δεν έχει αφιερώσει χρόνο για να κάνει τη βαθύτερη ανάλυση που απαιτείται για το προεδρικό αξίωμα. Επιπλέον, στη συνάντηση εκείνη του Ιουνίου ο κ. Μακέιν λένε ότι μιλούσε αποκλειστικά για το Ιράκ και για την αποστολή πρόσθετων αμερικανικών στρατευμάτων.
«Δεν ψάχνω κάποια θέση»
Οι δηλώσεις Πάουελ έκαναν τέτοια εντύπωση που ο κ. Μπρόκοου τον ρώτησε εάν θα επιθυμούσε μια θέση στην κυβέρνηση Ομπάμα, ίσως τη θέση του πρεσβευτή σε κάποια χώρα της Αφρικής ή κάποιο ρόλο στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις για τη Μέση Ανατολή. Ο κ. Πάουελ, με το αφοπλιστικό ύφος του βετεράνου πολιτικού της Ουάσιγκτον, απάντησε: «Εχω υπηρετήσει 40 χρόνια στην κυβέρνηση, δεν ψάχνω για κάποια θέση ή διορισμό. Φυσικά, έχω πει πολλές φορές ότι όταν ένας πρόεδρος σου ζητεί να κάνεις κάτι, πρέπει να το σκεφτείς».
Eνσαρκώνει το αμερικανικό όνειρο
Οπως ο Μπαράκ Ομπάμα, έτσι και ο Κόλιν Πάουελ ενσαρκώνει, για εκατομμύρια άτομα σε ολόκληρο τον κόσμο, το αμερικανικό όνειρο. Γιος μεταναστών από την Τζαμάικα, ο οποίος γεννήθηκε στο Χάρλεμ, ο κ. Πάουελ σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και έπειτα αναρριχήθηκε στη στρατιωτική ιεραρχία. Εγινε βοηθός του υπουργού Αμύνης, Κάσπαρ Γουάινμπεργκερ, σύμβουλος ασφαλείας του προέδρου Ρόναλντ Ρέιγκαν και αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, επί προεδρίας του πρεσβύτερου Μπους στη διάρκεια του πολέμου του 1991 στον Κόλπο. Εως το 1995 φλέρταρε με την ιδέα της διεκδίκησης της προεδρίας και όπως είπε ένας φίλος κάποια στιγμή σκέφτηκε να αφήσει το κόμμα για να κατέβει ως ανεξάρτητος. Ηταν υπουργός Εξωτερικών, στην πρώτη θητεία του Τζορτζ Μπους, κατά την περίοδο πριν από τον πόλεμο στο Ιράκ. Παρά τις επιφυλάξεις του, είχε συμφωνήσει με την εισβολή.
Comments