πρωτομαγιάτικα του Α..Καρκαγιάννη .Καθημερινη
Tου Aντωνη Kαρκαγιαννη/ karkagiannisant@ath.forthnet.gr
Σας γράφω από το χωριό μου, από τα Αμπελάκια Κισσάβου. Προ καιρού, πριν από δύο και πλέον χρόνια, μερικοί αναγνώστες μού έγραψαν «αμάν, βαρεθήκαμε να μας γράφεις για τα Αμπελάκια. Εχουμε και εμείς χωριά και είναι εξίσου όμορφα». Δεν αμφιβάλλω, όλη η Ελλάδα είναι όμορφη και το κάθε μέρος έχει τη δική του ομορφιά. Αλλά από τότε που μου έγραψαν αυτά, είμαι διστακτικός και νομίζω ότι δεν ξαναέγραψα για τα Αμπελάκια.
Προχθές, όμως, την Πρωτομαγιά, συνέβη κάτι που δεν το ξαναείδα και θα προσπαθήσω να σας το αφηγηθώ. Ο καιρός ήταν καλός, με αραιή συννεφιά, έκανε υποφερτή ζέστη χωρίς να καίει ο ήλιος. Ο καλύτερος καιρός να βγεις στην ύπαιθρο και να περπατήσεις. Ολο το βουνό, ολόκληρος ο Κίσσαβος, ώς τα πιο πάνω χωριά, με το μεγαλύτερο υψόμετρο, ώς τη Σπηλιά και την Ανατολή (τη λέμε πάντοτε Σελίτσανη, που ήταν το παλιό σλαβικό όνομά της), ώς τα υψηλά οροπέδια, τα Τσοΐρια, από το δάσος με τις βελανιδιές και πιο πάνω το δάσος με τις καστανιές (το κασταναριό), και ακόμα πιο πάνω ώς το δάσος με τις οξιές και τα έλατα και τους κέδρους, από τα δυτικά ώς τις ακτές του Αιγαίου στα ανατολικά, ολόκληρος ο Κίσσαβος γέμισε αυτοκίνητα και κόσμο. Ο Κίσσαβος που θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια ήταν απόμακρος, απρόσιτος και αινιγματικός. Για να πας από τα Αμπελάκια ώς τα καμίνια, εκεί που έφτιαχναν τα ξυλοκάρβουνα, έκανες τέσσερις ώρες δρόμο και άλλες δύο ώς τους μύλους των Τεμπών, όπου αλέθαμε το στάρι και το καλαμπόκι. Τώρα το βουνό, από όλες τις πλευρές, διασχίζεται από δασικούς δρόμους και με το αυτοκίνητο φτάνεις παντού και γρήγορα. Αν μάλιστα οι δρόμοι που συνδέουν τα ορεινά χωριά είχαν ελαφρώς διαπλατυνθεί και ασφαλτοστρωθεί, το βουνό θα γνώριζε μιαν άλλη ζωή.
Ποτέ δεν θυμάμαι τον Κίσσαβο με τόσο κόσμο και τόσα αυτοκίνητα. Μερικοί ανέβαιναν μόνο για περίπατο, να ζήσουν λίγες ώρες την Ανοιξη στο βουνό, να καθήσουν στο καφενείο του χωριού, να πάρουν έναν καφέ, ένα αναψυκτικό ή ένα τσίπουρο. Πολλοί έστησαν ψησταριές και έψησαν αρνιά, ανέβηκαν και οι γύφτοι με τα ντάτσουν, με κλαρίνα και νταούλια και ώς αργά το βράδυ χόρευαν και τραγουδούσαν. Ο παπάς τέλεσε λειτουργία μέσα στο δάσος, στο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία, με πολλούς προσκυνητές από τα Αμπελάκια και τα γύρω χωριά.
Την επόμενη της Πρωτομαγιάς, χθες, άνοιξα τον υπολογιστή για να διαβάσω εφημερίδες της Αθήνας. Διάβασα για τις τρεις συγκεντρώσεις της Πρωτομαγιάς και αναρωτήθηκα πάλι γιατί τρεις. Θα μπορούσε να είναι μία, αν το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα είναι ενιαίο και όχι κομματικό, κατά τη γνώμη μου η πιο στείρα και αντιδραστική αντίληψη για ένα κίνημα λαϊκό.
Ομως, δεν ήταν κυρίως αυτό που ξεθώριαζε τις εικόνες της προηγούμενης φωτεινής μέρας και χαλούσε τη διάθεση. Είναι η ατέλειωτη γκρίνια, ως εθνική πλέον ψυχική κατάσταση. Αυτή η εικόνα καλλιεργείται και προβάλλεται ως εθνική εικόνα.
Δεν αρνούμαι ότι έχουμε σοβαρά προβλήματα. Ως κοινωνία και περισσότερα, πολύ περισσότερα, ως οργανωμένο κράτος. Δεν δέχομαι, όμως, ότι γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε μέσα σ’ αυτήν τη μίζερη εικόνα. Τα τελευταία σαράντα - πενήντα χρόνια ο κόσμος άλλαξε όσο δεν άλλαξε τους προηγούμενους αιώνες. Και η ζωή μας άλλαξε, είναι τώρα ευκολότερη, παραγωγικότερη και καλύτερη. Συχνά, όπως είναι φυσικό, θέλουμε όλοι και επιδιώκουμε το καλύτερο. Αυτό μας κάνει να ξεχνούμε ότι αυτό που έχουμε, αυτό που κατακτήσαμε, είναι επίσης καλό, είναι το «ένα το κρατούμενο», καλύτερο από χθες. Κάτω από αυτόν τον τόσο φωτεινό ουρανό δεν είναι όλα μαύρα.
Comments