το μεγάλο κενό του ΣΥΡΙΖΑ.
Tου Aντωνη Kαρκαγιαννη
Για την ώρα ας μη μας απασχολήσουν οι λόγοι που ο ΣΥΡΙΖΑ, από την αρχή του 2008, εμφανίζεται στις δημοσκοπήσεις με σταδιακή και συνεχή άνοδο της εκλογικής του δύναμης. Μέχρι τις πρόσφατες θερινές δημοσκοπήσεις όπου για πρώτη φορά στο έτος εμφανίζεται με σοβαρή κάμψη των δυνάμεών του. Δεν ξέρουμε αν θα συνεχισθεί η άνοδος ή αν οριστικά θα ανακοπεί και αν θα υποχωρήσει στο «ιστορικό» επίπεδο της δύναμής του.
Ανεξάρτητα από όλα αυτά η κινητικότητα, η ζωηράδα και οι θορυβώδης και αρκετά υπεροπτική συμπεριφορά της ηγεσίας του μας έκαναν να ελπίσουμε ότι το εκλογικό σώμα μετατοπιζόμενο προς την πλευρά του θα αμφισβητούσε το διπολικό πολιτικό σύστημα, με τα δύο κόμματα εξουσίας να έχουν εξαντλήσει τη δύναμη να κυβερνήσουν. Τουλάχιστον σε πρώτο στάδιο να τους αφαιρεθεί η δυνατότητα να σχηματίσουν αυτοδύναμες κυβερνήσεις. Να σημειώσουμε ότι η απώλεια της αυτοδυναμίας δεν σημαίνει αναγκαστικά και κατάλυση του διπολικού συστήματος.
Φαίνεται όμως ότι, ακόμα και στις δημοσκοπήσεις, το καίριο ερώτημα που απασχολεί τον εκλογέα είναι το ποιο κόμμα και ποια πρόσωπα έχουν τη δύναμη και τη θέληση να κυβερνήσουν. Η συγκυρία είναι αρνητική και για τα δύο μεγάλα κόμματα. Η διακυβέρνηση από τη Ν.Δ. επί τέσσερα και πλέον χρόνια πολλούς έχει απογοητεύσει. Δεν μπόρεσε να δημιουργήσει διαδικασία αυτοδύναμης ανάπτυξης, να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά, να προστατεύσει το λαϊκό εισόδημα και να διαμορφώσει αξιόπιστες και αποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες στους βασικούς τομείς παρέμβασης του κράτους στην κοινωνία: δημόσια εκπαίδευση, δημόσια υγεία, φορολογία και άλλους. Πέρα από αυτά, εκείνο που περισσότερο απογοητεύει και καταθλίβει τους πολίτες είναι το ύφος και ο χαρακτήρας τής «νέας διακυβέρνησης», που τελικά αποδεικνύεται πως δεν είναι και τόσο «νέα», αλλά παρόμοια με αυτές που γνωρίσαμε και στο παρελθόν: με εκτεταμένη εισβολή του κόμματος στο κράτος και των ιδιωτικών συμφερόντων, μικρών και μεγάλων, στη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων. Δεν αναφερόμαστε στον καταιγισμό των σκανδάλων γιατί τίποτα ακόμη δεν έχει αποδειχθεί και ενδεχομένως να μην αποδειχθεί ποτέ. Παραμένει όμως ο θόρυβος για τα σκάνδαλα και ίσως αυτός είναι πιο βλαβερός από τα ίδια τα σκάνδαλα. Με δυο λόγια: το όνειρο μιας συνετής, αποτελεσματικής, σεμνής και ενάρετης διακυβέρνησης μάλλον έχει χαθεί.
Το ΠΑΣΟΚ ως αξιωματική αντιπολίτευση, δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τις αδυναμίες και τις αιτίες που το οδήγησαν σε δύο αλλεπάλληλες εκλογικές ήττες. Οι ψηφοφόροι θυμούνται το δικό του τρόπο διακυβέρνησης και δεν έχουν λόγους να τον επαναφέρουν. Νέα πρόταση διακυβέρνησης που να απαντάει στα βασικά προβλήματα της χώρας, ούτε είδαμε ούτε ακούσαμε. Προσπαθεί να διαμορφώσει πολιτική μόνο από τις αδυναμίες και από τα σφάλματα της κυβέρνησης, πολλά από τα οποία είναι και δικά του σφάλματα ή αδυναμίες, του παρελθόντος ή και του παρόντος. Πολλοί μάλιστα μέμφονται την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ γιατί δεν ασκεί περισσότερο «σκληρή» αντιπολίτευση, εννοώντας, προφανώς, την αντιπολιτευτική ρητορική υψηλών τόνων και απαξιωτικών χαρακτηρισμών.
Θα έλεγε κανείς ότι αυτές οι συνθήκες, αν τις περιγράφουμε στοιχειωδώς ορθά, ευνοούν τον ΣΥΡΙΖΑ και θα μπορούσαν να τον αναδείξουν σε τρίτη δύναμη με ουσιαστική συμμετοχή στο παιχνίδι της εξουσίας. Με ποια όμως πρόταση διακυβέρνησης; Με τις καταλήψεις και τα ψευτοεπαναστατικά γιουρούσια! Και με ποια πολιτική κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών. Τα ερωτήματα αφήνουν μεγάλο κενό...
Τελικά πρόταση διακυβέρνησης, νέα ή αναπαλαιωμένη μόνο από τον Κώστα Καραμανλή μπορούμε να περιμένουμε. Για την ώρα τουλάχιστον...
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.
Για την ώρα ας μη μας απασχολήσουν οι λόγοι που ο ΣΥΡΙΖΑ, από την αρχή του 2008, εμφανίζεται στις δημοσκοπήσεις με σταδιακή και συνεχή άνοδο της εκλογικής του δύναμης. Μέχρι τις πρόσφατες θερινές δημοσκοπήσεις όπου για πρώτη φορά στο έτος εμφανίζεται με σοβαρή κάμψη των δυνάμεών του. Δεν ξέρουμε αν θα συνεχισθεί η άνοδος ή αν οριστικά θα ανακοπεί και αν θα υποχωρήσει στο «ιστορικό» επίπεδο της δύναμής του.
Ανεξάρτητα από όλα αυτά η κινητικότητα, η ζωηράδα και οι θορυβώδης και αρκετά υπεροπτική συμπεριφορά της ηγεσίας του μας έκαναν να ελπίσουμε ότι το εκλογικό σώμα μετατοπιζόμενο προς την πλευρά του θα αμφισβητούσε το διπολικό πολιτικό σύστημα, με τα δύο κόμματα εξουσίας να έχουν εξαντλήσει τη δύναμη να κυβερνήσουν. Τουλάχιστον σε πρώτο στάδιο να τους αφαιρεθεί η δυνατότητα να σχηματίσουν αυτοδύναμες κυβερνήσεις. Να σημειώσουμε ότι η απώλεια της αυτοδυναμίας δεν σημαίνει αναγκαστικά και κατάλυση του διπολικού συστήματος.
Φαίνεται όμως ότι, ακόμα και στις δημοσκοπήσεις, το καίριο ερώτημα που απασχολεί τον εκλογέα είναι το ποιο κόμμα και ποια πρόσωπα έχουν τη δύναμη και τη θέληση να κυβερνήσουν. Η συγκυρία είναι αρνητική και για τα δύο μεγάλα κόμματα. Η διακυβέρνηση από τη Ν.Δ. επί τέσσερα και πλέον χρόνια πολλούς έχει απογοητεύσει. Δεν μπόρεσε να δημιουργήσει διαδικασία αυτοδύναμης ανάπτυξης, να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά, να προστατεύσει το λαϊκό εισόδημα και να διαμορφώσει αξιόπιστες και αποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες στους βασικούς τομείς παρέμβασης του κράτους στην κοινωνία: δημόσια εκπαίδευση, δημόσια υγεία, φορολογία και άλλους. Πέρα από αυτά, εκείνο που περισσότερο απογοητεύει και καταθλίβει τους πολίτες είναι το ύφος και ο χαρακτήρας τής «νέας διακυβέρνησης», που τελικά αποδεικνύεται πως δεν είναι και τόσο «νέα», αλλά παρόμοια με αυτές που γνωρίσαμε και στο παρελθόν: με εκτεταμένη εισβολή του κόμματος στο κράτος και των ιδιωτικών συμφερόντων, μικρών και μεγάλων, στη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων. Δεν αναφερόμαστε στον καταιγισμό των σκανδάλων γιατί τίποτα ακόμη δεν έχει αποδειχθεί και ενδεχομένως να μην αποδειχθεί ποτέ. Παραμένει όμως ο θόρυβος για τα σκάνδαλα και ίσως αυτός είναι πιο βλαβερός από τα ίδια τα σκάνδαλα. Με δυο λόγια: το όνειρο μιας συνετής, αποτελεσματικής, σεμνής και ενάρετης διακυβέρνησης μάλλον έχει χαθεί.
Το ΠΑΣΟΚ ως αξιωματική αντιπολίτευση, δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τις αδυναμίες και τις αιτίες που το οδήγησαν σε δύο αλλεπάλληλες εκλογικές ήττες. Οι ψηφοφόροι θυμούνται το δικό του τρόπο διακυβέρνησης και δεν έχουν λόγους να τον επαναφέρουν. Νέα πρόταση διακυβέρνησης που να απαντάει στα βασικά προβλήματα της χώρας, ούτε είδαμε ούτε ακούσαμε. Προσπαθεί να διαμορφώσει πολιτική μόνο από τις αδυναμίες και από τα σφάλματα της κυβέρνησης, πολλά από τα οποία είναι και δικά του σφάλματα ή αδυναμίες, του παρελθόντος ή και του παρόντος. Πολλοί μάλιστα μέμφονται την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ γιατί δεν ασκεί περισσότερο «σκληρή» αντιπολίτευση, εννοώντας, προφανώς, την αντιπολιτευτική ρητορική υψηλών τόνων και απαξιωτικών χαρακτηρισμών.
Θα έλεγε κανείς ότι αυτές οι συνθήκες, αν τις περιγράφουμε στοιχειωδώς ορθά, ευνοούν τον ΣΥΡΙΖΑ και θα μπορούσαν να τον αναδείξουν σε τρίτη δύναμη με ουσιαστική συμμετοχή στο παιχνίδι της εξουσίας. Με ποια όμως πρόταση διακυβέρνησης; Με τις καταλήψεις και τα ψευτοεπαναστατικά γιουρούσια! Και με ποια πολιτική κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών. Τα ερωτήματα αφήνουν μεγάλο κενό...
Τελικά πρόταση διακυβέρνησης, νέα ή αναπαλαιωμένη μόνο από τον Κώστα Καραμανλή μπορούμε να περιμένουμε. Για την ώρα τουλάχιστον...
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.
Comments