Ο επιθετικός Μακέιν και ο διπλωμάτης Ομπάμα Tου David Ignatius, Aρθρογράφου της εφημερίδας Washington Post

Tου David Ignatius,

Τις ημέρες αμέσως μετά τη ρωσική εισβολή στη Γεωργία, ο κόσμος είχε την ευκαιρία να μελετήσει το διαφορετικό ύφος στην εξωτερική πολιτική του Τζον Μακέιν και του Μπαράκ Ομπάμα. Η σύγκριση ήταν διαφωτιστική, από αυτήν προέκυπταν σαφείς ενδείξεις ως προς τον τρόπο αντίδρασης των δύο υποψηφίων σε διεθνείς κρίσεις.

Η μεταξύ τους αντίθεση συνοψίζεται στη διαφορά ανάμεσα στο ζεστό και το κρύο, στην άμεση εν θερμώ δράση και την προσεκτική ενέργεια. Στη διαφορά ανάμεσα σε κάποιον που έχει τη ματιά στραμμένη σε θέματα στρατηγικής και στρατιωτικής φύσεως και σε κάποιον άλλο με το ενδιαφέρον εστιασμένο στη διπλωματία.

Ακούγοντας τον Μακέιν, είχε κανείς την αίσθηση ότι αρχίζει ο νέος Ψυχρός Πόλεμος. Ακούγοντας τον Ομπάμα, αισθανόταν την ανάγκη να εμποδίσει το ρίζωμα του πολέμου αυτού. Η συμβουλή του Μακέιν συνοψίζεται στην προτροπή «σκληρύνετε», ώστε να αποθαρρύνετε τον εχθρό. Ο τόνος του Ομπάμα άφηνε να εννοηθεί η επιθυμία του να σπεύσει βραδέως έως ότου να αποσαφηνιστεί ποιες κινήσεις είναι οι πλέον λογικές.

Η σκληρή στάση συνήθως αποφέρει πολιτικά οφέλη, αυτό είναι γνωστό τοις πάσι. Από την άποψη αυτή η κρίση με τη Ρωσία βοήθησε τον Μακέιν. Και όμως, ο πόλεμος στη Γεωργία τελικώς δικαιώνει την διαλλακτική προσέγγιση του Ομπάμα. Τα αίτια της κρίσης οφείλονται σε παρερμηνεία ενδείξεων και στην έλλειψη επικοινωνίας ως προς την επερχόμενη αντιπαράθεση. Χορτάσαμε από ρητορική τύπου Μακέιν, μείναμε όμως σχεδόν νηστικοί από διπλωματία τύπου Ομπάμα.

Λίγες ώρες μετά την εισβολή της 8ης Αυγούστου, ο Μακέιν κραύγαζε την αγανάκτησή του, ζητώντας από τη Ρωσία άνευ όρων τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων και απόσυρση των στρατευμάτων της. Τρεις ημέρες αργότερα, αποκάλεσε την επίθεση «ζήτημα επείγουσας ηθικής και στρατηγικής σημασίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής» και ζήτησε την ανάληψη μέτρων για να ελεγχθεί η Ρωσία. Κυρίως ισχυρίστηκε ότι το ΝΑΤΟ πρέπει να ανακαλέσει την απόφαση του περασμένου Απριλίου και να αποδεχθεί το αίτημα της Γεωργίας για άμεση υποψηφιότητα. Ετσι η Συμμαχία θα δεσμευόταν να κηρύξει τον πόλεμο εάν η Γεωργία δεχόταν επίθεση.

Η πρώτη αντίδραση του Ομπάμα ήταν πιο μετρημένη. «Ηλθε η ώρα για τη Γεωργία και τη Ρωσία να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση», είπε στις 8 Αυγούστου. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 11 του μήνα, ο τόνος του ήταν πιο αιχμηρός, παρέμενε όμως προσηλωμένος στη διπλωματική λύση. «Για να γίνω σαφής, εμείς επιθυμούμε στο μέλλον τη δέσμευση υπέρ της συνεργασίας με τη ρωσική κυβέρνηση», είπε.

Ποια από τις δύο αυτές προσεγγίσεις θα αγγίξει την ευαίσθητη χορδή της αμερικανικής κοινής γνώμης; Φυσιολογικά θα έλεγε κανείς ότι απήχηση θα έχει η επιθετική στάση του Μακέιν. Η Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν προσφέρεται για τον ρόλο του κακού, η γενναιόφρων Γεωργία είναι ένα τόσο ελκυστικό θύμα, ώστε η σκληρή γραμμή του Μακέιν βρήκε μεγάλη ανταπόκριση ακόμη και στις τάξεις των Δημοκρατικών.

Ομως, η Αμερική αισθάνεται κόπωση από τον πόλεμο στο Ιράκ – και από τον τρόπο σκέψης που έκανε την κυβέρνηση Μπους να υποθηκεύσει τη ζωή τόσων Αμερικανών και να κατασπαταλήσει τόσους πόρους, χωρίς προηγουμένως να λάβει υπόψη συνέπειες και επιπτώσεις. Για τον λόγο αυτό ίσως οι ψηφοφόροι να ακούσουν τον υποψήφιο εκείνο που θα επιμείνει ότι χρειάζεται ξεκάθαρη ματιά προτού κάνουμε το μοιραίο άλμα στον Καύκασο. Ο ζήλος της Αμερικής να πληρώσει οποιοδήποτε αντίτιμο, να επωμισθεί οποιοδήποτε βάρος στο εξωτερικό, όπως είχε πει ο Τζον Φ. Κένεντι, έχει μειωθεί αισθητά.

Η αλήθεια είναι ότι η κρίση στη Γεωργία δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ετοιμαζόταν, αργά αλλά σταθερά, επί χρόνια. Οι Ρώσοι, χωρίς ποτέ να κρύψουν τις προθέσεις τους, είχαν επανειλημμένως προειδοποιήσει ότι οι προσπάθειες των ΗΠΑ να εντάξουν τη Γεωργία στο ΝΑΤΟ ήταν απαράδεκτες και θα είχαν συνέπειες. Η κυβέρνηση Μπους δεν απάντησε στη διακήρυξη προθέσεων και συμφερόντων της Ρωσίας με τρόπο αποτρεπτικό. Δεν ξεκαθάρισε εκ των προτέρων ποιες θα είναι οι συνέπειες μιας επίθεσης της Ρωσίας. Αντιθέτως, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπάθησαν να «το παίξουν δίπορτο», ενθαρρύνοντας τις ΝΑΤΟϊκές προσδοκίες της Γεωργίας, αλλά μόνον όσο έπρεπε.

Ο Γεωργιανός πρόεδρος Μιχαήλ Σαακασβίλι δεν έπαψε να παρενοχλεί τη «ρωσική αρκούδα» – και τελικώς εξαπέλυσε την επίθεση εναντίον της Νότιας Οσετίας, δίνοντας στη Ρωσία το πρόσχημα της καταλυτικής απάντησης. Η κυβέρνηση Μπους γνώριζε ότι ο Σαακασβίλι θα έπεφτε σε παγίδα, κάποιοι αξιωματούχοι τον προειδοποίησαν κατ’ ιδίαν. Ατυχώς όχι με αποφασιστική και υψηλού επιπέδου παρέμβαση, που θα είχε αποτρέψει την καταστροφή.

Η αντίληψη πως εγκλωβιζόμαστε σε ένα νέο Ψυχρό Πόλεμο είναι η πλέον επικίνδυνη από τις τόσες παρανοήσεις. Η αντίληψη αυτή κινεί τον Πούτιν, που αισθάνεται να απειλείται, να περικυκλώνεται από ένα ΝΑΤΟ, το οποίο στην πραγματικότητα δεν τρέφει εχθρικές διαθέσεις προς τη Μόσχα.

Αντί να τον συναγωνίζονται στην οπισθοδρόμηση, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να κατευθύνουν τους συμμάχους τους προς μια προσεκτική αλλά ταυτόχρονα σταθερή διαδικασία ανάσχεσης. Μόνο που ο καθορισμός των ορίων πρέπει να γίνει με γνώμονα το ρεαλισμό αλλά και την ανθεκτικότητα. Κυρίως, πρέπει να δώσουμε υποσχέσεις, τις οποίες είμαστε σε θέση να τηρήσουμε.

Επειδή ο Πούτιν δεν μπορεί να ξεφύγει από τον ψυχροπολεμικό τρόπο σκέψης, ο επόμενος Αμερικανός πρόεδρος θα αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα με τη Ρωσία. Αραγε, στη νέα αυτή δοκιμασία η Αμερική χρειάζεται έναν ηγέτη με ένστικτα επιθετικά, διαποτισμένο από το πνεύμα της αντιπαράθεσης, ή έναν ηγέτη διαλλακτικό που κλίνει προς τη διπλωματία; Προφανώς δεν έχει έλθει η ώρα για μια ξεκάθαρη απάντηση στο ερώτημα αυτό. Μια απάντηση που θα προσέδιδε άλλο ενδιαφέρον στην όλη συζήτηση.

Comments