η σχοινοβασία της Ευρώπης
Tου Σταυρου Λυγερου
Η χθεσινή έκτακτη σύνοδος κορυφής απεικόνισε για μία ακόμα φορά τις πραγματικά μεγάλες αντιθέσεις που διατρέχουν την Ε.Ε. σ’ ό,τι αφορά την πολιτική της έναντι της Ρωσίας. Αντιθέσεις στρατηγικού χαρακτήρα, που δεν προέκυψαν από την κρίση στον Καύκασο. Η κρίση αυτή τις όξυνε και τις επανέφερε στην επιφάνεια. Το ερώτημα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη είναι το είδος των σχέσεων που θέλει να διαμορφώσει με τη Ρωσία.
Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να δοθεί αυτοτελώς. Είναι και συνάρτηση της δυναμικής των αμερικανορωσικών σχέσεων, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ μόνο τυπικά είναι τρίτος παράγοντας. Είναι κοινός τόπος ότι στην πραγματικότητα λειτουργεί –κατά κανόνα με μακρύ χέρι τη Μ. Βρετανία– σαν καθοδηγητής και ενορχηστρωτής της κατά Ράμσφελντ «νέας Ευρώπης». Το γεγονός αυτό μετατρέπει την Ε.Ε. από αυτόνομο παίκτη της διεθνούς σκακιέρας σε φόρουμ σύγκρουσης αντιθετικών στρατηγικών. Οπως συνέβη και στην χθεσινή σύνοδο κορυφής, κατά κανόνα στο τέλος επιτυγχάνεται ένας συμβιβασμός. Αυτού του είδους οι συμβιβασμοί στις διατυπώσεις, όμως, δεν διαμορφώνουν πολιτική ενότητα και ως εκ τούτου σε τέτοιες κρίσιμες περιστάσεις δεν είναι πολιτικά λειτουργικοί.
Οι «παλαιοί Ευρωπαίοι» δεν είναι, βεβαίως, φιλορώσοι. Ούτε είναι διατεθειμένοι να τεθούν σε καθεστώς εξάρτησης από τη Μόσχα. Απλώς, επιδιώκουν μία ισορροπημένη και αμοιβαία επωφελή εταιρική σχέση, που θα λειτουργήσει σταθεροποιητικά στην ευρύτερη περιοχή. Η Ευρώπη έχει ζωτική ανάγκη τους ενεργειακούς πόρους της Ρωσίας, αλλά και η Ρωσία έχει ζωτική ανάγκη από την τεχνογνωσία και τα προϊόντα της Ευρώπης. Στο πλαίσιο αυτό, τα παλαιά μέλη της Ενωσης αναγνωρίζουν ότι η Ρωσία είναι μεγάλη δύναμη και θεωρούν ότι τα θεμιτά συμφέροντά της πρέπει να γίνονται σεβαστά.
Δεν ισχύει το ίδιο με τους Αμερικανούς. Παρά τη ρητορική τους, στην πράξη στριμώχνουν γεωπολιτικά τη Μόσχα. Η επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς, η εγκατάσταση αντιπυραυλικής ασπίδας και η επικράτηση αντιρωσικών καθεστώτων στην Ουκρανία και τη Γεωργία ήταν αναπόφευκτο να προκαλέσουν αργά ή γρήγορα την αντίδραση του Κρεμλίνου. Αναμφίβολα, οι Πούτιν και Μεντβέντεφ εκμεταλλεύθηκαν τον αιματηρό στρατιωτικό τυχοδιωκτισμό του Σαακασβίλι στη Νότια Οσετία, αφενός για να πλήξουν το καθεστώς του και αφετέρου για να επιβάλλουν τα δικά τους τετελεσμένα στον Καύκασο.
Οι «παλαιοί Ευρωπαίοι» είναι δυσαρεστημένοι απ’ αυτή την εξέλιξη, αλλά δεν είναι διατεθειμένοι να παρασυρθούν και να τροφοδοτήσουν το νέο ψυχροπολεμικό κλίμα που καλλιεργεί η Ουάσιγκτον. Οχι τόσο επειδή αναγνωρίζουν ότι η Ρωσία είχε σοβαρό πρόσχημα, αλλά επειδή ως ρεαλιστές έχουν συνείδηση ότι η διολίσθηση σ’ έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο θα έβλαπτε καίρια και τα δικά τους συμφέροντα. Δεν θα προκαλούσε μόνο προβλήματα στο επίπεδο της ενεργειακής και ευρύτερα οικονομικής συνεργασίας. Θα ακύρωνε και τις δειλές προσπάθειες για πολιτική χειραφέτηση της Ευρώπης από την αμερικανική κηδεμονία. Στην πραγματικότητα, ο μοναδικός ωφελημένος από μία τέτοια εξέλιξη θα ήταν τα νεοσυντηρητικά «γεράκια» στις ΗΠΑ, που κάνουν ό,τι μπορούν να διατηρηθούν μέσω του Μακέιν στην εξουσία.
Καθημερινή.
Η χθεσινή έκτακτη σύνοδος κορυφής απεικόνισε για μία ακόμα φορά τις πραγματικά μεγάλες αντιθέσεις που διατρέχουν την Ε.Ε. σ’ ό,τι αφορά την πολιτική της έναντι της Ρωσίας. Αντιθέσεις στρατηγικού χαρακτήρα, που δεν προέκυψαν από την κρίση στον Καύκασο. Η κρίση αυτή τις όξυνε και τις επανέφερε στην επιφάνεια. Το ερώτημα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη είναι το είδος των σχέσεων που θέλει να διαμορφώσει με τη Ρωσία.
Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να δοθεί αυτοτελώς. Είναι και συνάρτηση της δυναμικής των αμερικανορωσικών σχέσεων, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ μόνο τυπικά είναι τρίτος παράγοντας. Είναι κοινός τόπος ότι στην πραγματικότητα λειτουργεί –κατά κανόνα με μακρύ χέρι τη Μ. Βρετανία– σαν καθοδηγητής και ενορχηστρωτής της κατά Ράμσφελντ «νέας Ευρώπης». Το γεγονός αυτό μετατρέπει την Ε.Ε. από αυτόνομο παίκτη της διεθνούς σκακιέρας σε φόρουμ σύγκρουσης αντιθετικών στρατηγικών. Οπως συνέβη και στην χθεσινή σύνοδο κορυφής, κατά κανόνα στο τέλος επιτυγχάνεται ένας συμβιβασμός. Αυτού του είδους οι συμβιβασμοί στις διατυπώσεις, όμως, δεν διαμορφώνουν πολιτική ενότητα και ως εκ τούτου σε τέτοιες κρίσιμες περιστάσεις δεν είναι πολιτικά λειτουργικοί.
Οι «παλαιοί Ευρωπαίοι» δεν είναι, βεβαίως, φιλορώσοι. Ούτε είναι διατεθειμένοι να τεθούν σε καθεστώς εξάρτησης από τη Μόσχα. Απλώς, επιδιώκουν μία ισορροπημένη και αμοιβαία επωφελή εταιρική σχέση, που θα λειτουργήσει σταθεροποιητικά στην ευρύτερη περιοχή. Η Ευρώπη έχει ζωτική ανάγκη τους ενεργειακούς πόρους της Ρωσίας, αλλά και η Ρωσία έχει ζωτική ανάγκη από την τεχνογνωσία και τα προϊόντα της Ευρώπης. Στο πλαίσιο αυτό, τα παλαιά μέλη της Ενωσης αναγνωρίζουν ότι η Ρωσία είναι μεγάλη δύναμη και θεωρούν ότι τα θεμιτά συμφέροντά της πρέπει να γίνονται σεβαστά.
Δεν ισχύει το ίδιο με τους Αμερικανούς. Παρά τη ρητορική τους, στην πράξη στριμώχνουν γεωπολιτικά τη Μόσχα. Η επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς, η εγκατάσταση αντιπυραυλικής ασπίδας και η επικράτηση αντιρωσικών καθεστώτων στην Ουκρανία και τη Γεωργία ήταν αναπόφευκτο να προκαλέσουν αργά ή γρήγορα την αντίδραση του Κρεμλίνου. Αναμφίβολα, οι Πούτιν και Μεντβέντεφ εκμεταλλεύθηκαν τον αιματηρό στρατιωτικό τυχοδιωκτισμό του Σαακασβίλι στη Νότια Οσετία, αφενός για να πλήξουν το καθεστώς του και αφετέρου για να επιβάλλουν τα δικά τους τετελεσμένα στον Καύκασο.
Οι «παλαιοί Ευρωπαίοι» είναι δυσαρεστημένοι απ’ αυτή την εξέλιξη, αλλά δεν είναι διατεθειμένοι να παρασυρθούν και να τροφοδοτήσουν το νέο ψυχροπολεμικό κλίμα που καλλιεργεί η Ουάσιγκτον. Οχι τόσο επειδή αναγνωρίζουν ότι η Ρωσία είχε σοβαρό πρόσχημα, αλλά επειδή ως ρεαλιστές έχουν συνείδηση ότι η διολίσθηση σ’ έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο θα έβλαπτε καίρια και τα δικά τους συμφέροντα. Δεν θα προκαλούσε μόνο προβλήματα στο επίπεδο της ενεργειακής και ευρύτερα οικονομικής συνεργασίας. Θα ακύρωνε και τις δειλές προσπάθειες για πολιτική χειραφέτηση της Ευρώπης από την αμερικανική κηδεμονία. Στην πραγματικότητα, ο μοναδικός ωφελημένος από μία τέτοια εξέλιξη θα ήταν τα νεοσυντηρητικά «γεράκια» στις ΗΠΑ, που κάνουν ό,τι μπορούν να διατηρηθούν μέσω του Μακέιν στην εξουσία.
Καθημερινή.
Comments