| Tου David Ignatius - Aρθρογράφου της εφημερίδας Washington Post Αφήνει την αίσθηση της ένοχης ικανοποίησης, σαν να παρακολουθεί κανείς ένα ιδιαίτερα τραχύ ριάλιτι σόου, αλλά υπάρχει κάτι το αξιαγάπητο στην τροπή που απέκτησε αυτή η μαραθώνια αναμέτρηση των φετινών προεδρικών εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εχουμε πλέον δύο ζεύγη υποψηφίων που παρουσιάζουν το αμερικανικό, ουράνιο τόξο σε όλες τις εκκεντρικές αποχρώσεις του. Είναι τόσο ωμό, πραγματικό και απίθανο όσο το ίδιο το αμερικανικό έθνος: Από τη μια πλευρά, έχουμε έναν γλυκομίλητο, απόμακρο Αφροαμερικανό, που διάλεξε στο πλευρό του έναν Καθολικό πολυλογά, με τρόπους που παραπέμπουν στην καταγωγή του από την εργατική τάξη. Στο άλλο στρατόπεδο, συναντάμε έναν αναγνωρισμένο ήρωα πολέμου, μαζί με μια νέα γυναίκα από την Αλάσκα, που μοιάζει με ηρωίδα τραγουδιού «κάντρι» και απέκτησε συμπάθειες τόσο ως υποψήφια σε καλλιστεία, όσο και ως πολιτικό «πιράνχας». Το κυριότερο, και οι τέσσερις αυτοί άνθρωποι είναι αντάρτες της πολιτικής, καθένας με τον τρόπο του. Ανοιξαν το δρόμο τους προς την κορυφή αμφισβητώντας κοινά παραδεκτές πεποιθήσεις και τους κάθε είδους επαϊοντες. Διατήρησαν την ιδιαιτερότητά τους, σε πείσμα της κυρίαρχης πολιτικής κουλτούρας, η οποία τείνει να εξαλείψει οτιδήποτε παρεκκλίνει από τον «μέσο όρο», μετατρέποντας τους υποψηφίους σε εύπλαστα ενεργούμενα. Αυτό δεν συνέβη με τους τέσσερις, φετινούς υποψηφίους. Οποια κι αν είναι η άποψή σας γι’ αυτούς, καθένας τους είναι ο εαυτός του. Ας αναλογισθούμε τι έχει αποφέρει μέχρι στιγμής αυτή η οξεία και συχνά πολωτική αναμέτρηση: Τα δύο κόμματα συνέκλιναν προς το κέντρο, επιλέγοντας τον Μπαράκ Ομπάμα και τον Τζον Μακέιν, δύο υποψηφίους οι οποίοι υποσχέθηκαν ότι θα εργάζονταν υπεράνω κομματικών, διαχωριστικών γραμμών για να υπερβούν τα αδιέξοδα της Ουάσιγκτον. Οι οπαδοί της πόλωσης ηττήθηκαν. Αυτοί που νίκησαν ήταν ένας παράγοντας αλλαγής και ένας αντάρτης του κόμματός του. Καθένας από τους δύο, επέλεξε για υποψήφιο αντιπρόεδρο έναν άνθρωπο που μοιραζόταν το ίδιο ένστικτο της ρήξης με το κατεστημένο. Η συνολική εικόνα μας προσφέρει μια αναζωογονητική αντιστροφή ρόλων. Ο Αφροαμερικανός υποψήφιος πρόεδρος είναι ο πλέον συμβατικός: απόφοιτος των Κολούμπια και Χάρβαρντ, παντρεμένος με μια κομψή απόφοιτο των Πρίνστον και Χάρβαρντ, με δύο παιδιά που συμπληρώνουν την τέλεια οικογενειακή φωτογραφία. Αντίθετα, είναι το κορίτσι από την Αλάσκα, η Σάρα Πέιλιν, εκείνη που μας υπενθυμίζει πόσο μπερδεμένος είναι ο πραγματικός κόσμος - ένα παιδί με ειδικές ανάγκες, μια κόρη που μένει έγκυος ενώ είναι ακόμη τινέιτζερ και ο αστέρας του χόκεϊ εραστής/πατέρας που ποζάρει αλλόκοτα, λες και μόλις κέρδισε το λότο. Και να ο γέρο Μακέιν, με μάτια που αστράφτουν, πιο άκαμπτος από κούτσουρο, έτοιμος να κατακεραυνώσει όποιον θεωρεί ανόητο. Και ο φλύαρος Τζο Μπάιντεν, που δεν μπορεί να αντισταθεί στη συνήθεια να λέει ό,τι του κατεβαίνει στο κεφάλι, ακόμη κι όταν πρόκειται να εγκωμιάσει την αντίπαλό του, την Πέιλιν, για τον τρόπο με τον οποίο αποδόμησε τον Ομπάμα στην ομιλία της, στο συνέδριο των Ρεπουμπλικανών. Λυπάμαι, αλλά αυτό είναι ένα πορτρέτο αμερικανικής οικογένειας που μου αρέσει. Γνωρίζω όλους τους λόγους που θα έκαναν κάποιον να ανησυχεί. Η Πέιλιν στερείται σε απίστευτο βαθμό των προσόντων που απαιτούνται για έναν πρόεδρο και η ιδέα ότι μπορεί να έχουμε στον Λευκό Οίκο κάποια που θέλει να αντικαταστήσει τη Δαρβινική θεωρία της εξέλιξης με τη βιβλική «θεωρία της δημιουργίας» στα σχολικά βιβλία είναι, απλούστατα, τρομακτική. Ο Μακέιν παραείναι ηλικιωμένος και ευεπίφορος σε εκρηκτικές αντιδράσεις για να θεωρηθεί ιδανικός αρχιστράτηγος, άσχετα από τη γενναιότητα και την αίσθηση της τιμής που τον διακρίνουν. Χρειαζόμαστε έναν πρόεδρο που να γνωρίζει πως να διευθετεί αξιοπρεπώς συγκρούσεις, όχι έναν πρόεδρο έτοιμο να αρχίσει καινούργιες. Οσο για τους Δημοκρατικούς, είναι και αυτοί ευάλωττοι. Το κλισέ κατά το οποίο ο Ομπάμα εκπροσωπεί μια χαρισματική διασημότητα είναι κατά ένα τρόπο ορθό: Το παρακάνει στην επίδειξη ψυχραιμίας, είναι τόσο άνετος που μοιάζει, κάποιες στιγμές, άνευρος και δεν αισθάνεται κανείς βέβαιος τι θα κάνει ως πρόεδρος. Ο πιο «νορμάλ» από τους τέσσερις είναι ο Μπάιντεν - και τι παράξενο, αλήθεια, που χρειάζεται ένας ισόβιος γερουσιαστής για να ενσαρκώσει τον απλό, συνηθισμένο Αμερικανό! Ο τελευταίος γύρος αυτής της αναμέτρησης προβλέπεται διασκεδαστικός - και, ευτυχώς, σύντομος. Ελπίζουμε ότι προεδρικοί υποψήφιοι, ο Μακέιν και ο Ομπάμα, θα εμφανισθούν συνεπείς με τη ρητορική τους περί υπέρβασης των διαχωριστικών γραμμών. Βέβαια, ο αγώνας είναι αγώνας και οι υπερβολικές φιλοφρονήσεις θα ήταν αντίθετες με την αμερικανική παράδοση. Ωστόσο, κάπου ανάμεσα στις προεκλογικές ατάκες, θα πρέπει το καρέ των υποψηφίων να συζητήσει τα ουσιώδη προβλήματα: Η Αμερική αντιμετωπίζει σκοτούρες κι εμείς ακόμη δεν γνωρίζουμε πώς θα την κυβερνούσαν ο Ομπάμα ή ο Μακέιν. Ορισμένα θεμελιώδη δεδομένα πρέπει λογικά να ευνοήσουν τους Δημοκρατικούς: Ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος δεν είναι καθόλου δημοφιλής. Το κόμμα του είναι εξαντλημένο. Και η οικονομία οδεύει, πιθανότατα, προς ύφεση. Ωστόσο, η ατζέντα στα θέματα εθνικής ασφαλείας ευνοεί τους Ρεπουμπλικανούς. Διεξάγουμε δύο σκληρούς πολέμους, στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, και σχεδόν έναν τρίτο στο Πακιστάν, ενώ αντιμετωπίζουμε έναν πονηρό αντίπαλο στο Ιράν. Στους επόμενους δύο μήνες, χρειάζεται να αντιληφθούμε καλύτερα πώς ο Ομπάμα και ο Μακέιν θα χειρίζονταν αυτές τις κρίσεις και, ακόμη περισσότερο, πως θα έκλειναν τα ρήγματα στη διεθνή σκηνή. Για την ώρα, όμως, ας απολαύσουμε την αμερικανική ταπετσαρία που απλώνεται μπροστά μας: Ιδιόρρυθμη, κάποιες φορές αταίριαστη, με κάποιους αρμούς να λείπουν, αλλά αξιοθαύμαυστη, παρόλες τις ατέλειές της. |
Comments